Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2007

Αυτό είναι όντως αφιερωμένο

Κατά καιρούς τσακώνομαι. Μερικές φορές κάποιος άλλος τσακώνεται μαζί μου. Την τελευταία φορά που έγινε αυτό, ο "απέναντι" (διαδικτυακά δεν υπάρχει απέναντι, αλλά λεμε τώρα) σχεδόν μου έκλεισε ραντεβού για μονομαχία την αυγή. Πέρα από αυτό, κάτι άλλο με προβλημάτισε. Το στοιχείο που τον ερέθισε ήταν ένα κείμενο του blog. Επειδή γνωρίζω ότι με διαβάζει (για να έχει κάτι να βρίζει), μπορώ να πω ότι λυπάμαι, αλλά δεν αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο. Επίσης είναι θλιβερό κάποιος να αναγνωρίζει τον εαυτό του σε ένα τέτοιο, διόλου κολακευτικό, κείμενο. Επειδή, όμως, δε μου αρέσει να απογοητεύω τους ανθρώπους, σκέφτηκα να γράψω ένα κείμενο που θα είναι εμπνευσμένο αποκλειστικά από αυτόν. Ειδικά αυτές τις μέρες ίσως μπαίνει συχνότερα στο blog, οπότε να του ανακοινώσω ότι είναι το πρώτο και τελευταίο κείμενο που γράφω έχοντάς τον στο μυαλό μου (οπότε δεν υπάρχει λόγος για πολλές επισκέψεις από εδώ και στο εξής). Ιδού το κείμενο, λοιπόν:



----------------------------------



ΥΓ: Ομολογώ, είναι κλεμμένο. Το πήρα από το τέλος του έργου "Οι καρέκλες" του Ιονέσκο.

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2007

Ιδεώδης συνομιλητής απ' την ανάποδη

Sandblasted straight billiard packed with Erinmore mixture. Υπάρχει μια αντιστοιχία με το "μια φορά κι έναν καιρό..." η οποία προδίδει το τέλος, με τις μικρές απαραίτητες παραλλαγές: "Και κάπνισε αυτός καλά, κι αυτοί καλύτερα". Το ρείκι μετουσιώνεται σε μπρούντζο και η οπή του μπωλ όλο και τείνει στο οξύληκτο. "Σκέφτομαι, θα'ναι μαγική" και ο Καββαδίας απόψε βγαίνει αληθινός. Μπασταρδεμένοι στίχοι του με παραμύθια της ανατολής και να σου το τζίνι να αναδύεται μεταξύ των αμέτρητων παραγώγων της καύσης του καπνού. Φύγαμε. Ταξίδι στο χρόνο.
Πρώτη στάση και βλέπω έναν θηριώδη τύπο να σπρώχνει ένα βουνό. Ρωτώ τον λόγο και απαντά "για να το κινήσω". Ρωτώ ξανά προς τι η επιθυμία να το μετακινήσει και λαμβάνω την ίδια απάντηση, λίγο πιο θυμωμένη. Μια επισήμανση: Ο θηριώδης τύπος έχει άπλετο χρόνο. Την κάνω σιγά-σιγά. Δεν έχει τίποτα άλλο εδώ.
Δεύτερη στάση και βλέπω ένα τεράστιο δάχτυλο (σε δείκτη φέρνει, αλλά θα σε γελάσω, αφού είναι μονήρες και δεν μπορώ να κρίνω ελλείψει περιβάλλοντος) σε κατάσταση χορείας. Κοιτάζω τις βάσεις μία προς μία στα επίμαχα σημεία και διαπιστώνω τη συνήθη ποικιλότητα, δίχως να βρω παθολογικές μεταλλαγές. Επίκτητο χαρακτηριστικό, οπότε απορρίπτεται το βιολογικό αναπόδραστο. Φύγαμε.
Τρίτη στάση. Να κάτι εκ πρώτης όψεως πολύπλοκο. Ευθείες ανθρώπων να παίζουν ένα ιδιότυπο χαλασμένο τηλέφωνο. Μεταλαμπαδεύουν αενάως μια και μόνο λέξη: "Μπε". Και, παραβαίνοντας όλους τους κανόνες, το κάνουν φωναχτά. Βαριέμαι στο λεπτό. Χτυπώ τα δάχτυλα και ξεκινώ με ταχύτητα φωτός (με πρόδωσε η πρώτη όψη τελικά). Την ώρα της αναχώρησης, με την άκρη του ματιού μου πιάνω τη μόνη ενδιαφέρουσα σκηνή. Κάποιος στη σειρά δεν άκουσε καλά το "μπε" (ίσως και να ονειρευόταν εκείνη τη στιγμή μια πραγματική γλώσσα) και αυτοσχεδίασε στη μεταφορά του μηνύματος. Τον σκότωσαν στο λεπτό. Η επαναληψιμότητα αποκαταστάθηκε.
O William γελάει πάλι. Αυτή τη φορά μαζί μου. Κοιτάζω στο χέρι μου την αναμμένη πίπα. Τόση ώρα φλυαρούσα ασκόπως. Μία φράση ήταν αρκετή.
Ο επιμένων αναιδής ιδιώτης αποτελεί είδος εν αφθονία και είναι άκρως επικίνδυνος ακόμα και ως μονάδα.

Ο Erinmore διαμαρτύρεται για το νευρικό μου κάπνισμα και μου δαγκώνει τη γλώσσα. Γεγονός παρήγορο. Αφού τη στιγμή που ο συνομιλητής μου αρνείται πεισματικά να σκεφτεί, ο καπνός μου δείχνει σημάδια βούλησης.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2007

Ο William

Παραθέτω δύο από τα αγαπημένα μου ποιήματα του Καββαδία. Το πρώτο από το ΜΑΡΑΜΠΟΥ:

WILLIAM GEORGE ALLUM
Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ' το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή...

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές...
Του κάκου· γνώριζεν αυτός - καθώς το ξέρουμ' όλοι -
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές...

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,
μ' ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: "θέλησε το στίγμα του να σβήσει"
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Και το δεύτερο από το ΠΟΥΣΙ:
ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΑΝΙΣ
Στον Αιμίλιο Βεάκη
Ένα κοχύλι σκουλαρίκι έχεις στ'αυτί
και στα μαλλιά θαλασσινό πράσινο αστέρα.
Tropical stormy in Madras area cholera,
και στα νησιά του Lakha-diwa πυρετοί.

Το 'να σου χέρι ανάλαφρα φύκια κρατά
και το ζερβί σου το λειψό σάπια καβίλλια.
Η Katherine τούτη τη στιγμή, χιλιάδες μίλια...
Βγάνει τη ντάμα με το ρήγα σταυρωτά.

Το «Union Jack» και το σπασμένο τουρκετί
κι ο Γιαπωνέζος στην παντιέρα μαύρη μπάλα.
Η αφή της όμοια με το πέρσικο γατί
Που 'χες ψωνίσει πριν τρεις μήνες στην Bomballa.

Περαστική τώρα η Γοργόνα η τροπική
σε βλέπει αδιάφορη κι απέ σε φέρνει βόρτα.
Αλλιώτικες όσες σταμπάρουν ναυτικοί
κι άλλες αυτές που σε τραβούσανε στα πόρτα.

Ο κατασκότεινος βρέχει νερένιος ουρανός
μολύβι, εγγλέζικες κονσέρβες, porridge, νάρκες.
Παίζει τερπνό, παράξενο παιγνίδι με τις σάρκες
καθώς διαβαίνει ο σκύλος ο θαλασσινός.

Τοπίο σκωτσέζικο σκυλιά και κυνηγοί,
πύργος με φάντασμα παλιό Johnnie Walker whisky.
Απόψε δυο χαλύβδινοι πρωραίοι πυργίσκοι
προσμένουν Τρίτωνες για βάρδιας αλλαγή.

Γουίλλιαμ!... Γέλα στο βυθό φλεγματικά,
αφού πια τίποτα δε μέλλει να προδώσεις.
Ας παίξουν κι άλλοι με παιγνίδια ναυτικά
κι άλλοι ας φορέσουνε φανέλλα με ραβδώσεις.

Ο William είναι καπνιστής πίπας και αγαπημένος μου ήρωας. Παθιασμένος άνθρωπος. Αγάπησε σφόδρα και εισέπραξε προδοσία. Αλλά αντέδρασε με ποιητικό τρόπο. Χθες μιλούσαμε με τον Nugu για το θέμα. Αποφασίσαμε από κοινού να βγάλουμε τη γλώσσα στου κριτικούς και να ορίσουμε την ποιήση απλά. Όταν βλέπεις μια ωραία γυναίκα, σπάνια ασχολείσαι με τον αλγόριθμο των σακκαδικών σου κινήσεων, τις εξελικτικές καταβολές για το πρότυπο της ομορφιάς και την επίδραση των κοινωνικών στερεοτύπων. Λες, απλά, στον φίλο σου: "ρε συ, κοίτα μια γκόμενα!". Έτσι ακριβώς ορίζεται η ποίηση. Αντανακλαστικά. Σχεδόν σαν τη νευρική ώση, με τον κανόνα "όλον ή ουδέν". Ο ποιητής είναι εκείνος που βιώνει ό,τι ακριβώς και οι υπόλοιποι. Ίσως με ελάχιστα πιο ευαίσθητα αισθητήρια. Η διαφορά είναι ότι έχει την ικανότητα να το εκφράσει εκτός της στενής περιμέτρου του κοινού τόπου.
Ας ξαναγυρίσουμε στον William. Καπνίζει αδιάκοπα την πίπα του και δε μιλά πολύ. Στιγματισμένος από όλες τις απόψεις. Αγάπησε την εν λόγω καλλονή και αντί να στείλει λουλούδια και να τη βγάλει για φαγητό, την έκανε στίγμα ανεξάλειπτο. Κι αυτή χέστηκε πατοκόρφως. Πηδήχτηκε με τον ναύτη. Ο Καββαδίας αυτό το περνά λίγο στο ντούκου. Δεν το αναλύει. Και αυτό, διότι δε χρειάζεται ανάλυση. Ούτε κοινή είναι η καλλονή, ούτε αναίσθητη. Απλά είναι ασύμπτωτη με τον Εγγλέζο θερμαστή. Το θέμα μας είναι ο William. Αυτός βιώνει την ακράτητη και άγρια αγάπη. Αυτός και μόνον αυτός. Είναι αποκλειστικό συναίσθημα με κράτηση μιας θέσεως. Κατανοεί ότι δεν έχει νόημα να το συζητήσει με παροδικούς φίλους. Δε βρίσκει όφελος στο να ζητήσει τα ρέστα από εκείνη. Διότι, πολύ απλά, εκείνη δεν υπάρχει. Αγάπησε μια ανύπαρκτη, πλατωνική γυναίκα, την οποία ενσάρκωσε με το στανιό στη μορφή της. Αποφάσισε να το αντιμετωπίσει μόνος, λοιπόν. Αρνήθηκε να βάλει σκυλάδικα στο τέρμα. Μπορεί να μην του πέρασε καν από το μυαλό. Δεν μπόρεσε να γίνει "όμοιος" (αυτόν, Nugu, δεν μπορούμε να τον κοιτάξουμε με απαξίωση). Και κατέληξε στο ακατανόητο για τους υπόλοιπους συμπέρασμα. Εύστοχη η παρατήρηση του πλοιάρχου. Αν και νομίζω πως ούτε αυτός καταλαβαίνει.
Ξανασυνάντησα τον William στη δεύτερη συλλογή του Καββαδία. Εκεί είναι πλέον σοφός, αλώβητος από εξωτερικά ερεθίσματα και επιδράσεις. Οι μικρές εντάσεις τον αφήνουν αδιάφορο, αφού επιβεβαίωσε ό,τι διαισθητικά γνώριζε από πριν. Δεν έχει να προδώσει τίποτα, αλλά ούτε και πρόδωσε ποτέ. Επέμεινε μέχρι τέλους, αήττητος. Ως άλλος ήρωας παιδικού παραμυθιού, απόλυτα ιδανικός και έφηβος, να καπνίζει αενάως τη σκαλιστή του πίπα.

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2007

Αυτοσχεδιάζοντας

Κάποια στιγμή οι πίπες γίνονται πολλές. Εκεί αποφασίζεις να τους φτιάξεις ένα σπιτάκι, ώστε να μπορούν να ξεκουράζονται και να στεγνώνουν με την ησυχία τους. Μπορείς, βέβαια, να το αγοράσεις. Αλλά το να το φτιάχνεις έχει περισσότερη πλάκα. Το ερώτημα είναι πως να φτιάξεις κάτι τέτοιο με άχρηστα υλικά που έχεις ήδη. Καταρχάς, να σας πω τι χρησιμοποίησα. Έχουμε και λέμε:


1 παλιά κάσα από κρασιά από ξύλο της πλάκας.
1 μικρή σανίδα από άλλη κάσα από κρασιά, επίσης από ξύλο της πλάκας
1 μπατζάκι από ένα παλιό τζην.
2 καρφιά
6 πινέζες
3 κορδόνια-χερούλια από τσάντες για ψώνια (αυτές των καταστημάτων δώρων)
11 ξυλόβιδες
Κόλλα
11 μεταλλικά πιαστράκια που βρήκα στην εργαλειοθήκη ξεχασμένα


Κόστος: εδώ γελάμε

Χρόνος κατασκευής: περίπου 1 ώρα

Διαδικασία:

Έντυσα τη μικρή σανίδα με ένα κομμάτι τζην, χρησμοποιώντας την κόλλα. Κάρφωσα με τις πινέζες τα κορδόνια τεντωμένα από τη μία άκρη στην άλλη - 2 μπροστά και 1 πίσω. Μάρκαρα το επιθυμητό ύψος και κάρφωσα την έτοιμη σανίδα στην "πλάτη" του rack (φυσικά, άφησα την κόλλα να στεγνώσει καλά πριν καρφώσω τις πινέζες). Ιδού:




Το τζην προστατεύει τις αγαπημένες μου καπνοσύριγγες σαν μαξιλαράκι και τα κορδόνια αποτελούν κάτι σαν stop, ώστε να μη γλιστρήσουν.


Ως κάτω ράφι, υφίσταται η κάτω πλευρά της ίδιας της κάσας. Έκοψα ένα κομμάτι τζην λίγο μεγαλύτερου εμβαδού από αυτό της επιφάνειας της κάτω πλευράς και το κόλλησα πάνω. Περίσσευε ένα τμήμα, το οποίο τύλιξα (ωσάν μπουρίτο) και κάρφωσα με δύο καρφάκια στις άκρες. Το μπουριτάκι αυτό παίζει τον ρόλο των κορδονιών του πάνω ραφιού. Ιδού:


Και μετά, καθόρισα ένα ύψος για κάθε ράφι και κάρφωσα σε ίσα διαστήματα με ξυλόπροκες κάτι μεταλλικά πιαστράκια που βρήκα στην εργαλειοθήκη κατά τύχη.





Το "πιαστράκι" είναι λίγο ασαφές, οπότε παραθέτω ένα κοντινό:




Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπετε παρακάτω. Στο πιαστράκι μπορείς απλά να ακουμπήσεις το επιστόμιο (στα "αυτάκια" που βλέπετε να πετούν προς τα έξω) ή να το θέσεις εντός της κοιλότητας για μεγαλύτερη σταθερότητα. Για το δεύτερο, χρειάζεται απλά να κολλήσω κάποιου είδους μαξιλαράκια. Σκέφτομαι να ντύσω τα πιαστράκια με ύφασμα και να κολλήσω στα "αυτάκια" κομμάτια από αυτά τα καφέ στρογγυλά που βάζουν στα πόδια των επίπλων. Ιδού το rack άδειο:



Χωρά μια χαρά στο ράφι της βιβλιοθήκης μου. Ιδού το rack γεμάτο:




Το καλό είναι ότι η κάσα που χρησιμοποίησα είχε έτοιμο ένα συρόμενο καπάκι. Και μου είχε περισσέψει ένα κομμάτι τζην. Οπότε, όταν θέλω να προφυλάξω τις πίπες μου από τη σκόνη ή τα απρόσεκτα χέρια, έχω λύση:



Άσε που βρήκα τρόπο να αξιοποιήσω και την άλλη πιο μικρή κάσα (από την οποία πήρα τη σανίδα για το ράφι). Ξεκάρφωσα απλά τη μία πλευρά και χρησιμοποίησα άλλο ένα ράφι από τη βιβλιοθήκη (ευτυχώς έχω και άλλη) για τους καπνούς. Χε-χε-χε...





Έτσι έχω μια γωνιά αφιερωμένη στις πίπες και τους καπνούς μου. Και μου αρέσει πολύ να τις χαζεύω έτσι παρατεταγμένες, παρά να τις έχω στο συρτάρι.



Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

Η ιστορία του μικρού Δημητράκη

Ο μικρός Δημητράκης γεννιέται. Χαρές και πανηγύρια. Ο παππούς Δημήτρης σφάζει πέντε αρνιά. Πρώτος ο Δημητράκης στον παιδικό σταθμό, ζωγραφίζει πιο ωραία από τα άλλα παιδάκια στο νήπιαγωγείο, όλο Α παίρνει στο Δημοτικό, Σημαιοφόρος στο Γυμνάσιο. Στο Λύκειο σοβαρεύει, μιλάει με τις ώρες με τον μπαμπά του και προσπαθεί να πάρει μια απόφαση μεταξύ της Νομικής και της Ιατρικής. Αν γεννιόταν χρόνια πριν, θα γινόταν πολιτικός μηχανικός. Αλλά το επάγελμα έχει αρχίσει να χάνει τις μετοχές του τελευταίως (έχεις ακούσει ποτέ να αναφωνεί κανείς με δέος "πολιτικέ μηχανικέ μου?"). Σκίζεται, απαρνιέται τον οιονδήποτε μηχανισμό σκέψης και αποστηθίζει μετά μανίας μη έγκυρη γνώση. Ημέρες εξετάσεων. Γαντζωμένοι γονείς στα κάγκελα. Η έκφραση του εξεταζόμενου καθώς πλησιάζει την πόρτα, λευκά ή μαύρα πανιά. Το μόνο που λείπει είναι το πέλαγος από κάτω. Μαύρο καλοκαίρι, γεμάτο γνήσια αγωνία. Σεπτέμβρης και το φιρμάνι αναρτάται. Η ώρα της κρίσεως. Σε μία στιγμή μέσα ξεδιαλέγονται οι αμνοί από τα ερίφια. Όσο είσαι υποψήφιος έχεις το πλεονέκτημα του εν δυνάμει μεγαλείου. Μόλις κριθεί το αποτέλεσμα, όλοι γίνονται αυτομάτως αμνησικοί. Ευτυχώς ο μικρός Δημητράκης κατατάσσεται στα πρόβατα. Στη δημοτική ο τίτλος χτυπάει άσχημα, για αυτό αποφασίζει να μιλάει επιλεκτικά σε αρχαΐζουσα. Κι άλλες χαρές και πανηγύρια. Ο μικρός γρύλλος όλο και βραχνιάζει. Αλλά αυτό δεν απασχολεί κανέναν. Έτσι ο γρύλλος μετονομάζεται σε μαμούνι. Και τότε είναι η ώρα της εξαργύρωσης. Λαμπερές καραμούζες με αντάλλαγμα τον απωλεσθέντα κοινό νου. Έτσι κι αλλιώς οι μηχανισμοί σκέψης είχαν αρχίσει να σκουριάζουν (η στείρα πληροφορία απαιτεί χώρο, βλέπεις). Πέφτουν οι υπογραφές και η ζωή ανοίγεται μπροστά του. Στα ψιλά γράμματα καθίστανται σαφή δευτερεύοντα ζητήματα, όπως αυτό της προκαθορισμένης πορείας. "Οι ράγες", σκέφτεται, "θα με βοηθήσουν να κρατήσω σταθερή πορεία - άσε που τις βρήκα κι έτοιμες και δε θα κουραστώ να φτιάξω δικές μου". Κάποια στιγμή τα είδωλα γκρεμίζονται δίπλα του, αλλά εκείνος προτιμά να φορά ωτασπίδες. Έτσι δεν μολύνει τα αφτιά του με τους γύρω κρότους. Αντιθέτως, κάνει μια μυστική συμφωνία με τον εαυτό του και αποφασίζει να εξαργυρώσει τον άγονο χρόνο. Θέτει τους κανόνες του και τους εφαρμόζει στον μικρό προσωπικό του κόσμο, ταυτίζοντας τον τελευταίο με το όλον. Ανακηρύσσει τις ασθενείς συνάψεις του νομοθέτες και ορίζει την καθολική ηθική. Από εκεί και πέρα τίποτα. Καμμιά αλλαγή. Απολύτως τίποτα. "Μόνιμη ευτυχία χωρίς εκπλήξεις!", σκέφτεται και αγαλλιάζει. Τον Κατσαρό ούτε που τον έχει ακούσει. Κι σε εκείνο το "αντισταθείτε" της Διαθήκης, καθίσταται παροδικά αφασικός. Σιγά-σιγά θέτει cut-off score για τους συνομιλητές. Ρακένδυτοι Ανθρωπίδες απορούν, καθώς ο μπαμπουίνος με την υπέρλαμπρη φορεσιά τους αφορίζει με ρεπερτόριο λιγοστών κραυγών. Με αυτόν τον τρόπο ο μικρός Δημητράκης παραμένει εσαεί σε ηλικία προεφηβική. Τα υποκοριστικά επιμένουν κατά βάθος. Χαμογελούν κρυφίως πίσω από τους μακροσκελείς τίτλους. Το προσδόκιμο ζωής φαντάζει αιωνιότητα, όταν ψάχνεις συνεχώς τα φανταστικά κλεμμένα σου παιχνίδια. Ειδικά όταν οι υποψήφιοι ανήλικοι ληστές δεν υπάρχουν σε ακτίνα χιλιομέτρων. Είναι μόνος. Και πολύ γερασμένος πια για να σπάσει το τσόφλι.

ΥΓ: Πριν λίγο καιρό γνώρισα τον μικρό Δημητράκη. Οι μνημονικοί μου νευρώνες αρνήθηκαν να τον δεχτούν. Έτσι αγγάρεψα του όρχεις μου.