Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καπνοσυριγγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καπνοσυριγγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Ακριβές και φτηνές πίπες



Για πολλά χρόνια στα διεθνή fora επαναλαμβάνεται η ίδια συζήτηση. Κάποιος ξεκινά ένα νήμα για μια ακριβή πίπα και αρχίζει η διαμάχη. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές που μιλούν για τελειοποιημένη τεχνοτροπία, συλλεκτική αξία, προσοχή στη λεπτομέρια, εξεζητημένο σχεδιασμό κλπ. Από την άλλη πλευρά, οι αντιφρονούντες που αναρωτιούνται (ρητορικώς και με ελαφρά ειρωνία), αν η πίπα των χιλιάδων δολαρίων καπνίζει πιο καλά από μία μέσης γραμμής. Θα καπνίζει, λοιπόν, μία πίπα των 1000 δολαρίων δέκα φορές καλύτερα από μία πίπα των 100 δολαρίων; Η απάντηση είναι προφανής: όχι. Και μια πίπα των 3 χιλιάδων δεν θα καπνίζει 30 φορές καλύτερα και πάει λέγοντας. Έχω αρκετές πίπες. Θα μιλήσω για αυτές που απέκτησα καινούργιες. Οι τίμιες πίπες μου είναι οι Stanwell. Ίσως οι δύο καλύτερες στο κάπνισμα είναι μια Ardor και μια Asteriou. Τα τελειότερα τρυπήματα τα έχω δει σε μία Cavicchi. Το θρυλικό P του Peter Heeschen δεν καπνίζει καλύτερα από όλες. Επίσης, δεν είναι η καλύτερα κατασκευασμένη πίπα. Παρ' όλα αυτά, χαίρομαι που την έχω στη συλλογή μου και χαίρομαι να την καπνίζω. Δεν υπάρχει απογοήτευση (πέρα από κάποιες λεπτομέρειες που τις ήθελα πιο προσεγμένες για αυτό το επίπεδο), διότι δεν περίμενα να είναι η ποιότητα του καπνίσματος ανάλογη της τιμής της. Θα πεις, τότε γιατί να την αγοράσει κανείς; Δεν υπάρχει λογική απάντηση εδώ. Ο λόγος είναι κάθε φορά προσωπικός για τον καπνιστή που δίνει λίγα περισσότερα για να αποκτήσει ένα κομμάτι που αγγίζει την κατηγορία high end. Έχει να κάνει με τον βαθμό του βίτσιου για το αντικείμενο, το πόσο σπασίκλας είναι, τα ήδη διαμορφωμένα γούστα (τα δικά μου πχ σχετίζονται με τους Δανούς), την παιδική επιθυμία για ένα υλικό αγαθό και το βίωμα της πολυεπίπεδης απόλαυσης. Κάποιες φορές, βέβαια, η επιλογή αυτή έχει σχέση και με τον στίχο που τραγούδησε ο Sinatra: Nothing but the best is good enough for me...

Οπότε οι εν λόγω διαμάχες στερούνται νοήματος και ουσίας. Είναι σαν να συζητά κανείς πόσο κόστισαν οι μπογιές στον Da Vinci. Ναι, η αναλογία είναι τραβηγμένη, αλλά πιστεύω η θέση να γίνεται κατανοητή. Και για να ξαναγυρίσουμε σε πιο πεζή ανάλυση, έχει να κάνει και με τους νόμους της αγοράς. Αυτήν τη στιγμή υπάρχει αγοραστικό κοινό διατεθειμένο να πληρώσει πολλά για κάποιους artisans. Οι λόγοι είναι πολλοί και εκτείνονται πέραν του hype. Και είναι επίσης προφανές ότι οι εν λόγω αγοραστές δεν επιθυμούν απλά μια συσκευή πρόσληψης νικοτίνης.  

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Μέσης γραμμής καπνιστής με κριτήρια high end

Υποστηρίζω την εκλεκτικότητα. Συχνά ακούω ότι με λίγα χρήματα δεν μπορείς να αγοράσεις μία πολύ καλή πίπα και το ότι οι mid range μοιραία θα έχουν ελαττώματα. Θα έχουν, αλλά τι ελαττώματα; Ok, παραδέχομαι ότι οι πιθανότητες του να αγοράσεις μια καλή, μάχιμη πίπα από ρείκι με 20 ευρώ είναι πολύ μικρές. Αλλά αν πας στο εύρος 60-100, τότε οι επιλογές πολλαπλασιάζονται. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για πίπες μέσης γραμμής. Αυτές είναι βιομηχανοποιημένες πίπες και ένα μέρος της κατασκευής τους είναι αυτοματοποιημένο. Πολλά όμως δεν είναι. Οπότε μπαίνει ανθρώπινο χέρι σε αρκετά βήματα του φινιρίσματος, της εφαρμογής με το επισόμιο κ.ο.κ. Για αυτόν τον λόγο, η κάθε βιομηχανοποιημένη πίπα είναι ιδιαίτερη. Και για αυτό πρέπει να ψάξει κανείς να βρει το καλύτερο διαθέσιμο κομμάτι. Όταν αγοράζω μια μέσης γραμμής πίπα, την εξετάζω ως προς τα βασικά (αεραγωγός, ξύλο, φινίρισμα, εφαρμογή, βάρος, αίσθηση στο χέρι κλπ), έχοντας τα συνηθισμένα κριτήρια (αν δεν κάνω λάθος, τα έχω κουβεντιάσει παλιότερα). Και έχω τις ανάλογες απαιτήσεις. Όταν η Stanwell ήταν ακόμα δανέζικη, οι απαιτήσεις μου ικανοποιούνταν σχετικά γρήγορα, στο πρώτο μισάωρο περιήγησης στο καπνοπωλείο. Τώρα, να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πολύ καλά τι παίζει, καθώς έχω να αγοράσω πίπα τουλάχιστον μια πενταετία. Αλλά το θέμα παραμένει η προσδοκία από το προϊόν. Και κάποιες απόψεις που έχω ακούσει κατά καιρούς καθιστούν την εν λόγω προσδοκία αδύναμη.

Είναι μέσης γραμμής, οπότε θα έχει ελαττώματα. Ναι, θα έχει. Αλλά είναι άλλο λίγος στόκος σε μη επικίνδυνο σημείο και άλλο το οποιοδήποτε ελάττωμα που υπονομεύει τη λειτουργικότητα. Έχω αγοράσει πίπες με στόκο. Αλλά απέφυγα εκείνες που είχαν στόκο στην ένωση shank-bowl, που το σημάδι φαινόταν βαθύ ή που ο στόκος ήταν πολύ κοντά στο σημείο που συναντά το shank το επιστόμιο. Επίσης, το να μην εφαρμόζει καλά ένα δαχτυλίδι δεν είναι αποδεκτό. Όπως και το να μην περνάει εύκολα το μάκτρο είναι κάτι που αποτελεί σημαντικό συμβιβασμό για 100 ευρώ.

Μην το ψάχνεις, δεν είναι υψηλή φιλοσοφία, πάρε ό,τι σου γυαλίσει. Ορθώς, δεν είναι υψηλή φιλοσοφία. Αλλά είναι μια αγορά όπως όλες. Και το αντικείμενο που αγοράζεις έχει κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν τη χρηστικότητα και την απόδοσή του. Οπότε, γιατί να μην κοιτάξεις 1-2 πραγματάκια πριν το αγοράσεις; Κοίτα λίγο τον αγωγό και τις εφαρμογές χωρίς να το φιλοσοφήσεις. Δεν θα σου πάρει πάνω από 3 λεπτά.

Πάρε μια φτηνή για αρχή, διότι έτσι κι αλλιώς θα την καταστρέψεις, αφού είσαι αρχάριος. Για να καταστρέψεις μια πίπα (όχι να κάψεις το χείλος, να την καταστήσεις άχρηστη), θέλει προσπάθεια. Αν αφιερώσεις μισή ώρα να ρίξεις μια ματιά στα σχετικά sites, θα ξέρεις ό,τι χρειάζεται για να προφυλάξεις μια πίπα από την καταστροφή.

Τα παραπάνω (και φαντάζομαι κάποια άλλα) αποτελούν μάλλον ψευδεπιχειρήματα κατά της λεπτομερούς εξέτασης μιας πίπας πριν την αγορά της. Ακολουθώντας τις συμβουλές αυτές κάποιος κινδυνεύει να χάσει χρήματα αλλά και να παρατήσει το σπορ στην αρχή του. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αγοράσει κανείς μια καλή πίπα για αρχή. Και για να το πετύχει αυτό (ή τουλάχιστον να αυξήσει τις πιθανότητές του), οφείλει να αφιερώσει λίγο χρόνο. Στο κάτω-κάτω, έχει και το ψάξιμο το γούστο του. Είναι μέρος της εμπειρίας.  

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Chris Asteriou

Έχει πλάκα όταν γράφεις ένα ελληνικό όνομα με λατινικούς χαρακτήρες. Άλλες φορές έχει νόημα και άλλες όχι. Στην προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι έχει. Δεν μιλάμε για ξεπεσμένο executive- (μετά την παύλα συμπληρώστε ό,τι θέλετε, καθώς όλα ακούγονται πιο επαγγελματικά μετά τη μαγική λέξη) που τυπώνει δίγλωσσες κάρτες για να τις μοιράσει στα πανηγύρια. Μιλάμε για την ανάδυση ενός επαγγελματία μέσα από πολλά κιλά briar dust. Το γλυκερό εν προκειμένω είναι αληθές. Ο Αστερίου ήταν χομπίστας για πολλά χρόνια. Και έφτιαχνε τις πίπες του με πρωτόγονα μέσα. Σε κάποια φάση ξέφυγε. Αν και άργησε λίγο, ευτυχώς κάποια στιγμή το κατάλαβε και το είδε πιο σοβαρά. Έφαγε πολύ χρόνο και χρήμα και εν τέλει ξεκίνησε να φτιάχνει πίπες επαγγελματικά. Ο όρος "επαγγελματικά" χρησιμοποιείται εδώ λίγο καταχρηστικά, μιας και τώρα ξεκινά επί της ουσίας την καριέρα του. Ο όρος χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει μέγιστη προσοχή στη λεπτομέρεια και στόχευση στην κατασκευή ενός άρτιου αισθητικά και λειτουργικά καπνιστικού εργαλείου. Μετά από επίπονη σπουδή στην αγγλική σχολή, πέρασε στο δανέζικο σχέδιο. Κάπου στην πορεία βρήκε ένα από τα χαρακτηριστικά του σχέδια, επαναφέροντας στο προσκήνιο την οικογένεια των pencil shank μπιλιάρδων, κάτι που λείπει από την αμερικανική νεοκουλτούρα της κατασκευής πίπας, η οποία αναλώνεται κυρίως σε chubby-like, υπεραμμοβολισμένα group 5+ κομμάτια. Η ενασχόλησή του με το μπαμπού είχε σαν αποτέλεσμα εξαιρετικές δημιουργίες στα χνάρια του S. Ivarsson. Και επειδή έχω βίδα με τα δανέζικα acorns, χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω τέτοια κομμάτια φτιαγμένα από έναν Έλληνα δημιουργό. Και ας σταθούμε λίγο σε αυτό το τελευταίο: Ο Χρήστος ζει, εργάζεται και καπνίζει στην Ελλάδα. Σε μία χώρα με ελάχιστα ερεθίσματα σχετικά με το σπορ. Είναι προς τιμήν του, λοιπόν, το ότι κατάφερε να σπάσει το τσόφλι της εγχώριας αγοράς και νοοτροπίας. Και για να μη νομίσετε ότι αποθεώνεται ένας δημιουργός χωρίς έρεισμα, αλλά μόνο βάσει προσωπικής συμπάθειας, ας περάσουμε σε χειροπιαστά πράγματα:

Το flickr του Χρήστου: http://www.flickr.com/photos/54290099@N03/sets/72157625035835024/

Η σελίδα του στο smokingpipes.com, ένα από τα μεγαλύτερα διαδικτυακά καταστήματα με πίπες και καπνούς: http://www.smokingpipes.com/pipes/new/chris-asteriou/index.cfm (ας σημειωθεί εδώ ότι η τιμολόγηση έγινε από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος και ότι δύο από τις πίπες του πουλήθηκαν λίγες μέρες μετά την ανάρτησή τους - φυσικά ουδεμία εμπορική σχέση έχω με το κατάστημα, αλλά ούτε και με τον δημιουργό).

Και, τέλος, το blowfish που αγόρασα από την πρόσφατη έκθεση πίπας που έκαναν οι Κυριαζάνος-Αστερίου. Η φωτογραφία είναι του Χρήστου.



Δεν θα αναλωθώ σε περαιτέρω καλά λόγια και συγχαρητήρια. Αυτά είναι μάλλον αυτονόητα. Πέρα από τις φιλοφρονήσεις, αυτό που μπορεί να πει κανείς, είναι ότι έγινε ένα σημαντικό βήμα. Μπράβο, Χρήστο.

Σάββατο 7 Μαΐου 2011

Μικρές ιστορίες

Κοίταζα ένα σετάκι στο ebay και από τις τρεις μου άρεσε περισσότερο η μία. Αυτή ήταν που είχε και το crack στο shank. Έχει ενδιαφέρον το πόσες (αλλά κυρίως το ποιες) πίπες βρίσκεις σε άριστη κατάσταση στην αγορά των estates. Και αναρωτιέμαι το γιατί τελικά αυτές οι πίπες πουλήθηκαν. Κάπνιζαν άσχημα? Ο πρώην ιδιοκτήτης αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα? Έκοψε το κάπνισμα? Ή τελικά αντιμετώπιζε το σπορ της συλλογής ως επένδυση, με τον ίδιο τρόπο που ο χρηματιστής αγοράζει και πουλά αέρα?

Βέβαια, στην περίπτωση της πίπας, αέρα δεν βρίσκει κανείς. Ίσως λίγο καπνό, αλλά σκέτο αέρα όχι. Αν και κατά περιόδους σκέφτομαι ότι η μεταπωλητική αξία της πίπας έχει κάποια σημασία, δεν μπορώ να δω τη συλλογή ως επένδυση. Δεν έχω στην κατοχή μου, άλλωστε, ούτε μία πίπα που να στέκεται ως "συλλεκτική" με βάση τα αυστηρά κριτήρια των καθιερωμένων συλλεκτικών κύκλων. Το αν μια μέρα θα γίνω νομάρχης, βέβαια, θα το δείξει κι ο καιρός. Πάμε όμως πάλι στη μεταπωλητική αξία. Νομίζω πως έχει νόημα να την αναλογίζεται κανείς όταν αγοράζει μία πίπα που στοιχίζει πολλά τάλαρα. Διότι μπορεί να αποφασίσει κάποια στιγμή να την πουλήσει. Κι εδώ προκύπτουν διάφορα ζητήματα. Παραθέτω δύο παραδείγματα όπου το αγοραστικό κοινό καθίσταται περιορισμένο. Στην πρώτη περίπτωση, μιλάμε για τις λεγόμενες ultra high end. Είναι σχετικά λίγοι εκείνοι που έχουν τα χρήματα να αγοράσουν μία τέτοια πίπα. Και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που προτίθενται να διαθέσουν ένα τέτοιο ποσό "για ένα κομμάτι ξύλο". Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε τους νεοεισαχθέντες στον χώρο του καπνοσυριγγισμού τεχνίτες. Αυτοί είναι συνήθως τεχνίτες που έχουν φτιάξει λίγα κομμάτια και βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους. Για κάποιον λόγο, έχουν αρχίσει να γίνονται γνωστοί στους πιπικούς κύκλους. Αυτό είναι τόσο εύκολο όσο και δύσκολο, μέσω του διαδικτύου (αν αφιερώσει κανείς μία μέρα να ψάξει, θα διαπιστώσει ότι οι ανεξάρτητοι κατασκευαστές που διατηρούν ιστοσελίδα είναι πολύ περισσότεροι απ' όσο φαντάζεται). Οι τιμές τους ξεκινούν από $200 και πάνε λέγοντας (πάνε φτιάξε και κάνα καφέ, μια που το'φερε η κουβέντα). Κάποιοι από αυτούς εξελίσσονται και καθιερώνονται. Οι περισσότεροι όμως, καλώς ή κακώς, κάνουν την περασιά τους και από δω παν' κι άλλοι. Και οι κάτοχοι των πιπών τους, έχουν πλέον κομμάτια με εξαιρετικά χαμηλή μεταπωλητική αξία, αναλογικά με τα χρήματα που έδωσαν για να αποκτήσουν τις πίπες καινούριες.

Γενικά, όμως, μιλώντας και ξεφεύγοντας λίγο από το οικονομικό ζήτημα, αναρωτιέμαι συχνά για την ιστορία ενός estate κομματιού. Από πόσα χέρια μπορεί να πέρασε, ποιοι την κάπνισαν και γιατί πουλήθηκε μία, δύο ή περισσότερες φορές. Πώς έγινε αυτό το crack στο shank και πώς αντέδρασε ο καπνιστής της. Στεναχωρήθηκε καθόλου ή ψέλλισε "στ' αρχίδια μου"? Ποιοι καπνοί είναι εκείνοι που άφησαν τα αποτυπώματά τους στο μπωλ της (αυτά που προσπαθώ να βγάλω με τη βία, χρησιμοποιώντας αλάτι και οινόπνευμα τώρα)? Πώς έγινε αυτή η μεγάλη γρατζουνιά στο μπωλ που κάθε φορά που την καπνίζω μου σπάει τα νεύρα? Και κάποιες φορές που τεμπελιάζω, σκέφτομαι και τον τεχνίτη. Έχω μία ακάπνιστη Stanwell silhouette των αρχών του '80. Προσπαθώ να φανταστώ τον τεχνίτη να τη φτιάχνει στο Borup και να τρέμει λίγο το χέρι του, καθώς μεταχειρίζεται το ελεφαντόδοντο. Ή να περνά τη μαύρη βαφή και να την αφήνει να στεγνώσει, λίγα λεπτά πριν τελειώσει η βάρδια του. Και, τέλος, την ίδια την πίπα να σκονίζεται στο ράφι ενός καταστήματος, μέχρι αυτό να κλείσει και να την πακετάρουν μαζί με τα υπόλοιπα. Μετά από χρόνια, κάποιος βρίσκει ένα παλιό κιβώτιο και αποφασίζει να πουλήσει το περιεχόμενό του στο ebay. Κι ένας τύπος από την Ελλάδα κάνει το υψηλότερο bid 5 δευτερόλεπτα πριν κλείσει η δημοπρασία και κερδίζει. Η πίπα πακετάρεται εκ νέου και ταξιδεύει μέσα σε ένα άλλο κιβώτιο (πιο μικρό αυτή τη φορά και πριβέ) από τη Γερμανία στη χώρα μας. Και τελικά, η πίπα παραμένει ακάπνιστη, προφυλαγμένη μέσα στο αυθεντικό πουγγί της, για να ολοκληρωθεί το αστείο που κρατά περίπου 30 χρόνια.

Μέσα στη γλυκερή ατμόσφαιρα αυτής της ανάρτησης, σπάω το κεφάλι μου για να βρω κάποια ποιητική παρομοίωση που να ταιριάζει στο γενικότερο μελό κλίμα. Αναρωτιέμαι αν μπορώ να μιλήσω για πουτάνες. Αλλά η πίπα δεν έχει βούληση και σε κάποιες περιπτώσεις πληρώνεται άπαξ στη ζωή της για δυνητικά άπειρα γαμήσια. Ως ερωμένη δεν μπορώ να τη δω, αν και η εν λόγω παρομοιώση φοριέται πολύ από καπνιστές με έντονο ποιητικό οίστρο. Τις ερωμένες συνήθως δεν τις αγοράζεις, οπότε επιστρέφουμε (if __ then go to __) στην πρώτη εναλλακτική, αυτήν της πουτάνας, η οποία έχει ήδη απορριφθεί. Ο όρος "σκλάβα" φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα, αλλά και πάλι κάτι δεν μου κάθεται καλά. Από τη μία, κινδυνεύει κανείς να κατηγορηθεί για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή, το λιγότερο, για οπισθοδρόμηση και από την άλλη, οι πίπες συνήθως δεν σπέρνουν χωράφια και δεν πλένουν τα πιατικά. Πολλοί αποκαλούν τις πίπες παιδιά τους, αλλά αυτό το βρίσκω αδόκιμο, αφού αφενός δεν τις έχουν δημιουργήσει αυτοί και αφετέρου δεν νομίζω να θέλει κάποιος να βάζει φωτιά στους απογόνους του, εκτός κι αν μιλάμε για ψυχοπαθολογία ή κάποιον θρησκευτικό μύθο.

Καταλήγω, λοιπόν, στο να μην κάνω χρήση παρομοίωσης, δεδομένης της πνευματικής μου ένδειας, αφού δεν μπορώ να βρω την αρμόζουσα. Οι πίπες μας συντροφεύουν, αλλά δεν είναι σύντροφοι. Είναι αντικείμενα που φροντίζουμε, που τα συνδέουμε με γεγονότα και που μας προσφέρουν απόλαυση. Αντικείμενα που φέρουν στοιχεία τέχνης και τεχνολογίας. Ανθεκτικά εργαλεία καπνίσματος, που διευρύνουν το φάσμα της απόλαυσης σε περισσότερες της μιας αισθήσεις. Μικρά πάθη, τα οποία κρύβουν μικρές ή και μεγάλες ιστορίες.
        

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Τέλος εποχής



Αναρωτιέμαι αν μπορεί κανείς να ορίσει το τέλος ή το σημείο καμπής. Ή, τέλος πάντων, ένα από τα ενδεχόμενα σημεία καμπής. Το δύσκολο εδώ είναι ότι πρέπει να έχει ο επίδοξος ιστοριογράφος μία κάποια βεβαιότητα. Εναλλακτικά, μπορεί να τα καταφέρει όντας αφελής και ζώντας στην ψευδαίσθηση της γνώσης. Κι ενώ οι αυθεντίες ψάχνουν ερείσματα σε πλήθος επιφάσεων, ο παρατηρητής παραδέχεται το πάθος του και πλέον επιθυμεί να γνωρίζει

Και επειδή το θέμα είναι δύσκολο και βαριέμαι, επιλέγω ξανά την εύκολη οδό του τεμπέλη: χωρίς ούτε καν υποψία σημείου αναφοράς και με καμία αξίωση για σοβαρότητα στα λόγια μου. Ε, λοιπόν, είμαι πολύ άτυχος. Διότι δεν πάει πολύς καιρός που απέκτησα το πάθος του καπνοσυριγγισμού. Κι ενώ στην αρχή με καύλα εφήβου έπεσα με τα μούτρα, προσπαθώντας να γνωρίσω τα πάντα, προσφάτως έλαβε χώρα η πρώτη στάση. Είναι ωραίες οι στάσεις αυτές. Σαν να τελειώνεις ένα έργο και να το βάζεις στο συρτάρι. Σαν να σου σπάει τ'αρχίδια ο γείτονας τόσο πολύ πλέον, ώστε καρφάκι να μη σου καίγεται όταν στον διάδρομο φάτσα με φάτσα δεν τον χαιρετάς (κακή ανάμνηση και η αμηχανία στον σιωπηρό δίκλινο ανελκυστήρα). Είναι, θα έλεγε κανείς, μία μορφή ανακούφισης. Ε, την πρώτη φορά που μου συνέβη στην καπνιστική μου πορεία, ήταν με τις Stanwell. Την πρώτη φορά, πριν 4 χρόνια, που κάπνισα ένα καινούριο 207 DeLuxe, κατάλαβα πολλά. Ότι η πίπα παίζει ρόλο στην ποιότητα του καπνίσματος, ότι όλες οι πίπες δεν είναι ίδιες, ότι πολλές πίπες αξίζουν τα λεφτά τους (που τότε φαίνονταν πολλά), ότι υπάρχουν διακριτές κατηγορίες που ανταποκρίνονται στην τιμή, την ποιότητα κατασκευής και γενικά στην απόδοση, ότι η αγορά μιας πίπας δεν είναι πάντα λαχείο, ότι το logo δεν αφορά μόνο στο marketing και άλλα πολλά, τα οποία συμπλέκονται με κατοπινές εμπειρίες, διαπιστώσεις και επιβεβαιώσεις.

Στη μικρή αυτή πορεία, λοιπόν, εξέτασα και άλλα ενδεχόμενα. Πιο συγκεκριμένα, δύο άλλες σχολές: την ιταλική και την αγγλική. Εν τέλει, αυτή που πήρε την πρώτη θέση στις προτιμήσεις μου είναι η δανέζικη σχολή. Και εκεί προέκυψε το πρόβλημα, αυτή τη φορά οικονομικής φύσεως. Η δανέζικη σχολή δεν έχει αρκετά ανεπτυγμένο το κομμάτι μεταξύ των "mid range" και των "high end", δηλαδή καλοφτιαγμένες χειροποίητες πίπες με χαρακτήρα και καλές καπνιστικές ιδιότητες σε εύρος τιμής $100-$300, όπως συμβαίνει με άλλες σχολές (τρανό παράδειγμα οι Ιταλοί). Οπότε αναγκαστικά οι επιλογές είναι περιορισμένες, λόγω μικρού budget. Οι Stanwell (και ειδικά οι παλαιότερες) είναι μια καλή λύση για να αποκτήσει κανείς κλασικά δανέζικα σχέδια, χωρίς να διαθέσει πολλά χρήματα. 


Κάπως έτσι μπορώ να περιγράψω, λοιπόν, την προαναφερθείσα στάση. Βρήκα μία εταιρεία της οποίας οι πίπες μου αρέσουν, καπνίζουν καλά (σταθερή ποιότητα) και οι τιμές τους είναι εντός των δυνατοτήτων μου. Και μόλις απέκτησα έναν κάποιον προσανατολισμό στη συλλογή μου, η εταιρεία κλείνει! Ναι, ok, δεν έκλεισε, απλά μεταφέρθηκε. Αλλά το κλείσιμο στο μυαλό μου δεν έχει να κάνει με την επωνυμία, αλλά με την εποχή (ή αν θέλετε την περίοδο - επί της ουσίας προσπάθειες μετάφρασης της λέξης "era"). Προχωρώντας λίγο παρακάτω, διαπιστώνω ότι το τέλος αυτής της περιόδου επί της ουσίας σφραγίστηκε με τη μεταφορά του εργοστασίου, αλλά ήταν εν εξελίξει εδώ και αρκετό καιρό. Βλέποντας κανείς τις σειρές hypnotic, mojo, easy pipe, vibe harslof, αλλά παράλληλα διαβάζοντας και τις πρόσφατες συνεντεύξεις του γενικού διευθυντή της εταιρείας (μιλάμε για τα τελευταία 3-4 χρόνια), κατανοεί πλήρως περί τίνος πρόκειται. "Αλλαγή προφίλ" λέγεται αυτό στη γλώσσα τους και μπορεί να είναι δικαιολογημένο. Οι άνθρωποι πρέπει να βγάλουν το ψωμί τους. Το αν αξίζει να μετατρέψεις τη θρυλική εργοστασιακή δανέζικη πίπα σε fashion item για να επιβιώσεις, είναι μία άλλη συζήτηση. Όπως και να έχει, αυτό αποτελεί την πραγματικότητα. Στον κόσμο όπου η παραγωγή και η κατανάλωση ανεβάζουν συνεχώς ταχύτητες, το shape 30 του Ivarsson μεταποιείται για να γλιτώνει ο παντογράφος μερικά λεπτά. Μπορεί να διαβάζει κανείς και να σκέφτεται "να κι άλλος ένας γερασμένος μαλάκας πριν την ώρα του που πάτησε τα 30 και νομίζει ότι κάτι ξέρει". Να σου πω κάτι, φίλε? Χέστηκα για τα κλισέ και τα συμπλέγματά σου. Το internet και το μετρό τα θέλω γρήγορα. Το μαγικό μηχάνημα που ξερνάει μία πίπα το δευτερόλεπτο δεν με ενδιαφέρει. Αλλά δεν είναι αυτό το κύριο ζήτημα. Κάτι άλλο είναι που με καταθλίβει. Έχω πάλι αυτήν την αίσθηση ότι δεν ανήκω στο πλαίσιο των συγκεκριμένων συγκυριών. Είμαι ξεπερασμένος κι εγώ και τα γούστα μου. Ζω σε μία εποχή που το κάπνισμα είναι ποινικοποιημένο. Η πίπα δε, αντιμετωπίζεται ως αξεσουάρ παππούδων ναυτικών, νεόπλουτων φιγουρατζήδων ή και καλά καλλιτεχνών κουλτούρα να φύγουμε. Τελείως ασύμβατη, λοιπόν, με το σουλούπι μου, τα χούγια μου και την ηλικία μου. Και σε αυτό το παντελώς επιδερμικό και βαθιά ηλίθιο πλαίσιο, αναζητώ χώρο. Και τον βρίσκω τελικά σε διαδικτυακά fora, παρέες ή κατασκευαστές που μοιράζονται το ίδιο πάθος. Που πονάνε και σέβονται το αντικείμενο. Όταν, λοιπόν, αυτοί οι κατασκευαστές αποφασίζουν να "αλλάξουν το προφίλ της εταιρείας τους για να προσεγγίσουν νέο κόσμο", εγώ ακούω τη λέξη "ξεπούλημα". Και το γνωρίζω εκ των προτέρων ότι είμαι άδικος και εγωιστής και κανένα δικαίωμα δεν έχω να το υποστηρίξω αυτό. Αλλά δεν το υποστηρίζω. Απλά, ο συνειρμός είναι κάτι το αναπόφευκτο. Και ζητώ συγγνώμη προκαταβολικά, καθώς κατανοώ πλήρως το ότι τα χρήματα έχουν σαφώς υψηλότερη θέση από την οποιαδήποτε παράδοση. Όχι γιατί έτσι είναι το σωστό, αλλά γιατί απλά έτσι είναι


Κάπως έτσι (και πολύ περιφραστικά, ίσως και φλύαρα) σηματοδοτείται στο δικό μου το μυαλό αυτό το τέλος εποχής. Οι ιταλικές Stanwell είναι πλέον ευρέως διαθέσιμες στα ράφια. Τα πυροτεχνήματα της μοδός έχουν κατακλύσει τη διαδικτυακή αγορά. Η τελευταία προσπάθεια αναβίωσης είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία κακέκτυπων φαντασμάτων των σχεδίων του '60. Και όποιος θέλει να αποκτήσει ένα acorn του Ivarsson, πρέπει να ψάξει πλέον στο ebay, αλλά κι εκεί οι τιμές τσίμπησαν αρκετά (εδώ, φυσικά, φαίνεται σε όλο του το μεγαλείο ο παραλογισμός της αγοράς, αφού το συγκεκριμένο σχέδιο στην παλιά του μορφή δεν ήταν διαθέσιμο εδώ και χρόνια). 


Μέσα σε αυτήν την ιστορία και τώρα πλέον που η μετάβαση είναι προφανής (ίσως λόγω δικής μου εμπειρίας, ίσως λόγω της πραγματικής μετάβασης ή ίσως να παίζουν λίγο και τα δύο), τα γούστα μου παγιώθηκαν στην περίοδο 1940-1980. Και κατάφερα σε αυτό το διάστημα των αλλαγών να μαζέψω μια μικρή συλλογή από Stanwell, που καλύπτουν την περίοδο 1940κάτι μέχρι και το 2010. Τα κομμάτια αυτά τα χαίρομαι, για την αισθητική τους, την απόδοσή τους, αλλά και για αυτό που αντιπροσωπεύουν: την καλή mid range δανέζικη πίπα. Και πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα στο μέλλον θα υπάρξει κάτι ανάλογο. 


Τέλος εποχής, κύριοι. Δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι εδώ.                  

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Τι καταλαβαίνει ένας καπνιστής πίπας διαβάζοντας Popper


Πριν αρκετό καιρό αγόρασα μία Castello. Και το καταχάρηκα. Η πρώτη μου Castello! Επιτέλους θα δω από πρώτο χέρι τι είναι αυτό που οι καπνιστές πίπας θεωρούν κορυφαία ιταλική χειροποίητη πίπα. Όταν την πήρα στα χέρια μου, ενθουσιάστηκα με την ποιότητα κατασκευής. Μέχρι που εξέτασα τον αεραγωγό. Σκαλοπάτι στο shank, το οποίο έχει περίπου έναν πόντο μήκος. Η διατομή μειώνεται απότομα και στο bit δεν ξεπερνά τα 2mm. Και το slot ρηχό, χωρίς να θυμίζει σε τίποτα χοάνη. Φτου! Τουλάχιστον να περνούσε εύκολα μάκτρο. Θα ήταν μία παρηγοριά για το όχι και τόσο άνετο τράβηγμα. 

Και έτσι προέκυψε το ερώτημα μέσα στο κεφάλι μου: είναι δυνατόν να βγάλεις συμπέρασμα για όλη την εταιρεία, δοκιμάζοντας μόνο μία πίπα της? Το ερώτημα φαντάζει ρητορικό, καθώς η προφανής απάντηση είναι "όχι". Τρώγονται χρόνια οι στατιστικοί για το τι πρέπει να κάνουμε τους outliers. Είναι ή (δεν πρέπει να) είναι κομμάτι της κατανομής? Κι αν χαλάνε την ανάλυση του δείγματος, πρέπει ντε και καλά να τους λάβουμε υπόψιν? Δεν μπορούμε απλά να τους αγνοήσουμε, διατηρώντας την κυριαρχία που μας εξασφαλίζουν οι μέσοι όροι των απέραντων πληθυσμών? Ναι, σαφώς μπορούμε και κάπως έτσι προχωρούν τα πράγματα. Οπότε το ζήτημα απλοποιείται και προκύπτει η εξής ερωταπάντηση: 
-Καπνίζουν καλά οι πίπες αυτής της εταιρείας? 
-Κατά γενική ομολογία άριστα, αλλά, όπως σε κάθε κανόνα, πρέπει να υπάρχουν κι εδώ εξαιρέσεις. 

Όμως το ζάρι δεν είναι συμβατικό, αλλά πολύεδρο με μη πεπερασμένο αριθμό εδρών. Υπάρχουν (ομολογουμένως λίγοι) που υποστηρίζουν με πάθος ότι τα group studies δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μιξεράκι που κονιορτοποιεί τις ατομικές διαφορές. Κι αν ψάξεις καλά, θα δεις ότι σε πολλά δείγματα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα το μέσο άτομο, γεγονός που καθιστά τον μέσο όρο μία τιμή αμφίβολης σημασίας. Θυμάμαι τον Whit να μιλάει για "proof of existence". Επίσης θυμάμαι ένα από τα λίγα πράγματα που μου έμειναν από τα μαθήματα φιλοσοφίας (όντως ελάχιστα τα χρήσιμα πράγματα που αποκόμισα από ατελείωτες ώρες παρακολούθησης): αρκεί ένα μόνο πείραμα για να καταρρίψει την υπόθεση, ασχέτως εάν αυτή υποστηρίζεται από χιλιάδες άλλα. Οπότε, η παραπάνω ερωταπάντηση, αναδιατυπώνεται ως εξής:
-Καπνίζουν καλά οι πίπες αυτής της εταιρείας? 
-Όχι
"Όχι", διότι ο όρος "οι πίπες αυτής της εταιρείας" αναφέρεται στο σύνολο της παραγωγής της. Και δεν καπνίζουν καλά όλες οι πίπες αυτής της εταιρείας. Πολλές μπορεί να καπνίζουν άριστα, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. 

Εδώ χρειάζεται βέβαια μία υποσημείωση. Οι απαιτήσεις είναι πάντα ανάλογες με τη φήμη, αλλά κυρίως με την τιμή του εκάστοτε κομματιού. Όταν λοιπόν χρεώνει κανείς $300+ για μία πίπα, οφείλει να προσλάβει έναν κέρβερο για το quality control. Διότι, σε τελική ανάλυση, αυτό που αγοράζεις με αυτά τα λεφτά είναι πρωτίστως εγγύηση ποιότητας. 

Στο κάτω-κάτω της γραφής δεν με ενδιαφέρει το 99.7% της παραγωγής που αποδίδει άριστα. Εμένα μου τη σπάει που δεν περνάει το μάκτρο στη δική μου πίπα. Σε αυτήν την αγορά, δεν σε παίρνει να μιλάς για τυπικές αποκλίσεις.   

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Like a rolling stone

Κλείνοντας μία δεκαετία από την πρώτη φορά που άναψα πίπα. Ήταν μία άφιλτρη Salvatella ιταλικής προέλευσης. 1/2 bent billiard, μπορντώ, με αρκετό βερνίκι και την κλασική ψύκτρα σφηνωμένη στο tenon. Κάποιος αρωματικός του κώλου. Άναψα με συμβατικό zippo, σχεδόν καρβουνιάζοντας το rim. Ήταν ευχάριστη εμπειρία. Ακολούθησαν πολλές δοκιμές. Διάφορα χαρμάνια σε διάφορες πίπες. Από τη μικρή άφιλτρη με την ψύκτρα, σε πίπες με υγροπαγίδα ή με φίλτρα, εξάρια και εννιάρια, μπάλσα, άνθρακα, χάρτινα και meerschaum, για να καταλήξω σε συμβατικές πίπες (αυτές που συνήθως αποκαλούμε "άφιλτρες", ενώ ο υπόλοιπος κόσμος αποκαλεί "πίπες"). Από fancy γούστα σε πίπες, θαυμάζοντας το εξεζητημένο, για να φτάσω στο σημείο να εκτιμώ τελικά ένα καλά εκτελεσμένο κλασικό σχέδιο. Οι περίοδοι απόλυτου αφορισμού είναι συνήθως προαπαιτούμενο για να έρθει μία κάποια ισορροπία. Οπότε, από το "ό,τι λάχει" πέρασα γρήγορα στο "μόνο κλασικές ίσιες πίπες με VAs χωρίς casing" (κάτι όχι απόλυτα αληθές, μιας και όλοι οι καπνοί έχουν κάποιο casing, όπως έμαθα στην πορεία). Αργότερα, κάνοντας ένα βήμα πίσω, είδα την εικόνα λίγο πιο ολοκληρωμένα και αρκετά πιο καθαρά. Γνώρισα καλύτερα τους Ιταλούς και εκτίμησα τα σχέδιά τους, τα οποία συχνά έχουν τόσο σκέρτσο όσο ακριβώς χρειάζεται. Και αυτό είναι κάτι που απαιτεί τέχνη και μαστοριά. Έψαξα λίγο περισσότερο τους Μεγάλους Δανούς (και δεν αναφέρομαι σε ράτσα σκύλων) και πήρα μία μικρή γεύση από το "άλλο" κλασικό σχέδιο. Διότι καλοί οι Εγγλέζοι, αλλά 70 χρόνια ιστορίας δεν είναι και λίγα.

Σε γενικές γραμμές, είμαι πλέον σε θέση να ξεφεύγω, έστω κατά περιπτώσεις, από τη μονομανία μου. Κοιτάζοντας τα racks και το μικρό κελάρι μου, βλέπω μία ικανοποιητική ποικιλία πλέον. Επί της ουσίας, μία κατάσταση που τείνει συνεχώς στην ισορροπία. Όπως σε κάθε πραγματική κατάσταση, η ευθεία είναι ασυμπτωτική.

Καλή χρονιά, παίδες.

SIP

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Ταχύς χρωματισμός meerschaum

Παλιότερα, είχα μια μικρή πίπα από meerschaum. Αλλά είχα σοβαρά προβλήματα υπομονής. Περίμενα να δω αυτόν τον περιβόητο χρωματισμό, αλλά αυτός παίρνει χρόνο. Ψάχνοντας, λοιπόν, βρήκα μερικά σχετικά posts στο blog του "Olefatt Guy". Ρίξτε μια ματιά στο Olefattblogg: http://olefattguy.blogspot.com/search?q=meerschaum

Το δοκίμασα 1-2 φορές και όντως δουλεύει. Δυστυχώς δεν έχω φωτογραφίες (η πίπα δεν είναι πλέον στην κατοχή μου). Όσοι είναι ανυπόμονοι, μπορούν να πειραματιστούν. 

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Δανέζικα μπιλιάρδα





Γενικά, η δανέζικη παράδοση έχει συνδεθεί με τις ελεύθερες φόρμες σε αντίθεση με τα κλασικά αγγλικά σχέδια. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όμως, η mid range δανέζικη πίπα του 40, με πρωτεργάτη τον Poul Nielsen, ήταν σε μεγάλο βαθμό μία προσπάθεια πλήρωσης του κενού προσφοράς σε αγγλικές πίπες. Κοιτάζοντας τα σχέδια των καταλόγων της δεκαετίας του 1950, θα δει κανείς πολλές παραλλαγές του billiard, αλλά και άλλες, καθαρά εγγλέζικες φόρμες. Στην παρακάτω φωτογραφία φαίνονται τρία τέτοια παραδείγματα. Η πίπα με το κεράτινο επιστόμιο φέρει την παλαιότερη στάμπα της Stanwell (με πεζά, καλλιγραφικά γράμματα) και είναι κατασκευασμένη την περίοδο 1942-1948 (πριν αρχίσει να σταμπάρεται στις πίπες το regd no 969-48). Το shape number είναι το 211. Λογικά η παραγωγή του δεν πρέπει να συνεχίζει το 1950. Το 2 υποδηλώνει τη σειρά και το 11 υποδηλώνει το σχέδιο. Το shape 11 σύμφωνα με τους παλαιότερους καταλόγους στους οποίους έχω πρόσβαση αντιστοιχεί σε τρία σχέδια: ένα zulu-like (αρχές του '50) και δύο σχέδια του Sixten Ivarsson: ένα bent billiard με oval shank και ένα pot (κατά καιρούς για κάποια σχέδια σταματούσε η παραγωγή και έτσι το shape number μπορεί να αντιστοιχεί σε διαφορετικά σχέδια, ανάλογα με την εποχή κατασκευής της πίπας). Πέρα από αυτό, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ του stamping-grading που βλέπω σε αυτήν την πίπα (211 Old Briar) και αυτού που χρησιμοποιείτο στις αρχές του '50 (όπου το 2 στην αρχή της στάμπας αντιστοιχεί στη σειρά De Luxe). Μιλάμε, λοιπόν, για μία πίπα που φτιάχτηκε στα πρώτα χρόνια λειτουργίας της φίρμας. Η μαύρη πίπα είναι μεταγενέστερη και κατασκευάστηκε μετά το 1970: Stanwell regd no 969-48 silhouette, shape 52. Το 52 είναι από τα πιο όμορφα, πιο "εγγλέζικα" μπιλιάρδα που έχω δει ποτέ. Και η μεσαία είναι επίσης το 52 (handmade), αλλά μεταγενέστερη της silhouette, αφού δεν φέρει το registration number. Αυτά τα τρία billiards δείχνουν κατά κάποιον τρόπο μία πορεία 40 ετών. Μέσα σε αυτά τα χρόνια, τα οποία αποτελούν τη χρυσή εποχή της Stanwell κατά τη γνώμη μου, οι δανέζικες φόρμες κυριάρχησαν, αλλά τα billiards δεν έπαψαν ποτέ να είναι άκρως ελκυστικά, παραδοσιακά και άριστα φτιαγμένα. 





Από τα μέσα του 50 και μετά, μπορεί κανείς να διακρίνει την έναρξη μιας μεταβατικής περιόδου, όπου στα παραδοσιακά εγγλέζικα σχέδια, προστίθενται στοιχεία, τα οποία σήμερα χαρακτηρίζουμε δανέζικα. Η συνεργασία Ivarsson-Nielsen αποδείχθηκε εξαιρετικά αποδοτική και αποτέλεσε τις βάσεις για την επιτυχία της εταιρείας τα επόμενα χρόνια. Αλλά πολύ σημαντικό στοιχείο της επιτυχίας αυτής ήταν το ότι η φίρμα απέκτησε χαρακτήρα. Το δανέζικο σχέδιο έγινε ευρύτερα γνωστό, αφού πλέον είχε μπει στη βιομηχανική παραγωγή και αποτελούσε κομμάτι της mid range αγοράς. Τελικά, οι δανέζικες ελεύθερες φόρμες επικράτησαν στους καταλόγους και τα εγγλέζικα παραδοσιακά σχέδια υποχώρησαν στο παρασκήνιο της παραγωγής της εταιρείας. Πλέον, κάθε φορά που φέρνουμε στο μυαλό μας τη Stanwell ή τη δανέζικη σχολή γενικότερα, φανταζόμαστε freehands, acorns, horns κλπ.Αν κοιτάξουμε την παρακάτω φωτογραφία, θα δούμε στο πάνω μέρος το shape 40, το οποίο θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει lumberman with a danish twist.Αυστηρό saddle και oval shank, με το μπωλ να προδίδει τη δανέζικη καταγωγή της.Λίγο παρακάτω θα δει κανείς δύο σχέδια του Tom Eltang από τη σειρά Brass Band. To 190, ένα billiard με diamond shank και το 177, ένα πειραγμένο lumberman στα όρια του nosewrmer. H πλάτυνση του shank είναι εκτός παραδοσιακών ορίων και το ύψος του μπωλ αρκετά χαμηλό, ώστε να διαφέρει από το κλασικό του billiard. Και αν κοιτάξει κανείς το 99, ακριβώς κάτω από τις Brass Band, θα δει το περίεργο saddle του επιστομίου, σε ένα κατά τα άλλα απόλυτα κλασικό lovat. Όλα αυτά τα σχέδια κατά τη γνώμη μου είναι πειραγμένες κλασικές φόρμες. Και πρέπει να έχει κανείς υπόψιν ότι για να πειράξει κανείς κλασικές φόρμες και το αποτέλεσμα να είναι ενδιαφέρον, οφείλει πρώτον να σέβεται και να γνωρίζει καλά το παραδοσιακό σχέδιο και δεύτερον να έχει ταλέντο, εμπειρία και φαντασία. Διότι, όπως πολλές φορές έχουμε δει, χωρίς αυτές τις δύο προϋποθέσεις προκύπτουν artisan-εκτρώματα. Αυτές οι πειραγμένες κλασικές φόρμες αντικατοπτρίζουν την άποψη των Δανών τεχνιτών για την αγγλική παράδοση. Και η λέξη "άποψη" είναι πολύ καλά διαλεγμένη εδώ. Δεν μιλάμε για γούστο ή πρόχειρη γνώμη. Μιλάμε για μελέτη, βαθιά γνώση και, εν τέλει, άποψη διαμορφωμένη σταδιακά μέσα από εντατική σπουδή. Είναι αυτή η εποχή που η Stanwell πλέον έχει χαρακτήρα. Και οι τεχνίτες της έχουν ήδη διαμορφώσει προσωπικό ύφος τόσο ξεχωριστό, ώστε να έχουν την αυτοπεποίθηση να δημιουργήσουν καινούριες φόρμες, αλλά να παρουσιάσουν την προσωπική τους οπτική για την παράδοση της πίπας. Βρισκόμαστε στην καρδιά της χρυσής εποχής της φίρμας. Αλλά όπως μπορεί να δει κανείς, οι δεσμοί με την παράδοση είναι ισχυρότατοι. 



Το ζήτημα δεν είναι η Stanwell. Μέσω αυτής της εταιρείας, απλά, έχω τη δυνατότητα να προσεγγίσω τη δανέζικη σχολή. Το ζήτημα είναι τα παραγνωρισμένα δανέζικα μπιλιάρδα. Δεν μπορεί φυσικά κανείς να ισχυριστεί πατρότητα. Οι Άγγλοι είναι σαφώς παλαιότεροι στο εν λόγω πεδίο. Αλλά οφείλω να παραδεχτώ δύο πράγματα. Πρώτον, οι δανέζικες πινελιές στις κλασικές φόρμες έχουν προστεθεί με γνώση και σεβασμό προς την παράδοση. Και δεύτερο και κυριότερο, οι Δανοί ξέρουν να σχεδιάζουν καταπληκτικά billiards. 


Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Το παράδοξο

Ένα από τα πρώτα ίσως πράγματα που παγιώνει ένας νέος καπνιστής είναι η ιεράρχηση λεία - αμμοβολής - ρουστίκ. Η σκέψη είναι απλή: αν ένα block έχει καλό grain χωρίς σημάδια, θα γίνει λεία πίπα. Αν έχει αξιοπρεπές grain με λίγα επιφανειακά σημάδια, θα γίνει αμμοβολής. Αν τα σημάδια είναι βαθύτερα και το grain σχετικά αδιάφορο, θα γίνει ρουστίκ. Σε κάθε κατηγορία, φυσικά, υπάρχουν και άλλες λεπτομέρειες που αφορούν πχ στη βαφή και στον στόκο. Για παράδειγμα, θεωρείται ότι οι λείες πίπες με στοκαρισμένα σημάδια βάφονται με πιο σκούρα χρώματα. 

Τα πράγματα είναι λιγότερο προφανή απ' όσο φαίνονται. Πρώτα απ' όλα, ένας πολύ γνωστός αντι-μύθος είναι ότι η αμμοβολή ή το ρουστίκ απαιτούν πολύ περισσότερο χρόνο από το λείο φινίρισμα. Αυτό δεν ισχύει σε κάποιες περιπτώσεις. Μία λεία πίπα για να έχει τη σωστή υφή, πρέπει να τριφτεί με διαδοχικά λεπτότερα γυαλόχαρτα και αυτό απαιτεί υπομονή και χρόνο. Εντούτοις, η αμμοβολή (και ειδικά όταν είναι λεπτομερής) μπορεί όντως να πάρει πολύ χρόνο για να γίνει (αν δείτε πχ τα βιντεάκια του Senatorov στο youtube θα καταλάβετε τι εννοώ).

Πέρα από αυτό, μία ευρέως διαδεδομένη άποψη είναι ότι το ρουστίκ είναι ένα σκάλισμα της πίπας στα κατώτερα blocks, μόνο και μόνο για να μην πεταχτούν και να πουληθούν. Δηλαδή όταν παίρνεις μία ρουστίκ πίπα, παίρνεις κάτι από τον πάτο της παραγωγής; Με οικονομικούς όρους, αυτό μέσες-άκρες ισχύει. Αλλά υπάρχουν ρουστίκ και ρουστίκ. Είχα την τύχη να αποκτήσω αρκετά από τα ιταλικά ρουστίκ και μπορώ να πω ότι μόνο άσχημα δεν είναι. Το κάθε ένα με ιδιαίτερο χαρακτήρα και αρκετές ώρες δουλειάς, τόσο για το φινίρισμα per se, όσο και για την ανάπτυξη της τεχνικής. Επίσης, οι συγκεκριμένες πίπες έχουν άριστη καπνιστική απόδοση στην πλειονότητά τους.

Συμπερασματικά, λοιπόν, όντως ισχύει η ιεράρχηση λεία - αμμοβολής - ρουστίκ, αλλά κατά τη γνώμη μου μόνο στο ζήτημα της τιμής της πίπας. Κατά περιπτώσεις, ίσως ισχύει και αναφορικά με την απόδοσή της. Αλλά η απόδοση είναι ένα αρκετά περίπλοκο ζήτημα, το οποίο ακόμα δεν μπορώ να αποκωδικοποιήσω. Έχω συναντήσει  πίπες, που αν και πληρούν όλες τις προδιαγραφές για ένα τέλειο κάπνισμα, δεν καπνίζουν καλά. Αντίθετα, έχω συναντήσει και άλλες που φαίνονται άχρηστες από πολλές απόψεις και καπνίζουν καλά (αν και αυτές αποτελούν συνήθως εξαιρέσεις). Οπότε, με την απόδοση δεν μπορώ ακόμα να βγάλω άκρη και κάθε φορά που αγοράζω μία καινούρια πίπα διατηρώ έναν μικρό φόβο για το τι χούγια μπορεί να έχει το ξύλο της.

Ας επανέλθουμε στην ιεράρχηση. Αυτή έχει λόγο να συμβαίνει: τη σπανιότητα του καθαρού ξύλου με straight grain χωρίς σημάδια. Είναι δύσκολο να το πετύχεις, όπως παραδέχονται γενικά διάφοροι τεχνίτες. Και οι συλλέκτες έχουν τη βίδα τους. Τους αρέσει να έχουν κάτι σπάνιο (και αυτό είναι κάτι που κατανοώ και δεν περιγελώ σε καμία περίπτωση). Αλλά αυτό το γεγονός δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι μία αμμοβολή ή ένα rustication είναι υποδεέστερο από ένα λείο φινίρισμα. Εκτός και αν για την ιεράρχηση αυτή βασιστείς μόνο σε ένα κριτήριο. Για την ιστορία πάντως, το καλύτερο κάπνισμα το έχω κάνει με μία Ardor Meteora.

SIP

D.           

Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Peter Heeschen Signature P, Grade A

Προσφάτως απέκτησα την πρώτη high end πίπα μου. Δεν ξέρω αν θα αποκτήσω άλλη στο άμεσο μέλλον. Είναι ακριβό σπορ η συλλογή high end. Και για τη συγκεκριμένη έπρεπε να αποχωριστώ 4-5 κομμάτια της συλλογής μου. Μια που έφτασε, λοιπόν, στα χέρια μου, αποφάσισα να γράψω μία αυστηρή κριτική για την πίπα, όσον αφορά στην κατασκευή της (το κείμενο αναρτήθηκε πριν λίγο καιρό και στη διαδικτυακή συνάντηση καπνιστών πίπας. Δεν την έχω καπνίσει ακόμα αρκετά, ώστε να έχω ολοκληρωμένη άποψη. Τα πρώτα καπνίσματα μπορώ να πω ότι ήταν αρκούντως ικανοποιητικά, ειδικά όσον αφορά στην ανεμπόδιστη ροή του καπνού, τη γεύση και το βάρος. Αλλά ακόμα είναι νωρίς για την τελική κρίση. Η παρούσα ανάρτηση έχει να κάνει με την κατασκευή. Και έχει κάποια σημασία, καθώς νομίζω ότι οι κατασκευαστικές λεπτομέρειες (τουλάχιστον κάποιες από αυτές) έχουν σχέση με την απόδοση. Πριν καπνίσουμε μία πίπα, δεν μπορούμε να ξέρουμε πως αποδίδει. Εξετάζοντας το πως είναι φτιαγμένη, ίσως μπορούμε να προβλέψουμε ως έναν βαθμό την καπνιστική της συμπεριφορά. Για αυτό και νομίζω ότι τέτοιου είδους κριτικές έχουν κάποια αξία, εντασσόμενες κατά κάποιον τρόπο στην ευρύτερη συζήτηση "πως επιλέγω την πίπα μου". Πάμε, λοιπόν: 


Λίγα λόγια για τον τεχνίτη

Ο Peter Heeschen είναι ένας από τους πιο γνωστούς σύγχρονους Δανούς artisans. Κατασκευάζει χειροποίητες πίπες για περίπου 40 χρόνια. Το 2000 έγινε ευρύτερα γνωστός και ειδικά στο αμερικανικό κοινό (ίσως το μεγαλύτερο αγοραστικό κοινό παγκοσμίως αναφορικά με τις πίπες). Στη διαδικασία αυτή συνέβαλλε καθοριστικά ο GL Pease, ο οποίος έπαιξε ρόλο «αντιπροσώπου» στο Chicago Pipe Show το 2000. Οι πίπες του Peter Heeschen έχουν εξαιρετική φήμη στην καπνοσυριγγιστική κοινότητα, αναφορικά με την ποιότητα κατασκευής και την καπνιστική τους απόδοση. Οι τιμές τους ξεκινούν από $450 και ξεπερνούν τα $650 στα υψηλότερα grades. Δύο είναι οι βασικές κατηγορίες του Peter Heeschen: Λείες (smooth) και αμμοβολής (sandblasted). Αυτές διαχωρίζονται περαιτέρω σε υποκατηγορίες (grades), ανάλογα με την ποιότητα του ξύλου. Η ετήσια παραγωγή του συγκεκριμένου τεχνίτη είναι ~350 πίπες. 



Για την πίπα 


Smooth signature P, grade A, handmade in Denmark by Peter Heeschen


Διαστάσεις

Μήκος: 13,5 εκ
Ύψος: 4,5 εκ (κάθετα από το χείλος μέχρο τον πάτο του μπωλ)
Διάμετρος θαλάμου καύσης: 19 εκ.










Σχέδιο

Το σχέδιο είναι το κλασικό “signature P”. Απ’ όσο γνωρίζω είναι σήμα κατατεθέν του τεχνίτη. Επιρροές του “P” μπορεί κανείς να δει και σε άλλα σχέδιά του, όπως είναι κάποια eggs ή freeforms με bamboo. Σαφώς η άποψη περί αισθητικής του σχεδίου ενέχει ισχυρές δόσεις υποκειμενικότητας. Με δεδομένο αυτό, μπορώ να πω ότι το “P” είναι ένα αρκετά ισορροπημένο σχέδιο. Το συνολικό του μήκος είναι αρκετά μικρό και μοιράζεται σχεδόν μεταξύ επιστομίου και stummel. Το ελάχιστο (~1/8) bent του επιστομίου τονίζεται από το “κόψιμο” στην πάνω πλευρά, δημιουργώντας έτσι ένα κατά το ήμισυ saddle. Αυτό το “κόψιμο”, αν και απότομο, δεν χαλάει τη φόρμα και τον “ρευστό” χαρακτήρα της πίπας. Τονίζει την κυρτότητα του επιστομίου, διατηρώντας όμως συνολικά την ομαλή και διακριτική μετάβαση του bent, που ξεκινά από το shank. Nομίζω πως λύνει το πρόβλημα ενός tapered επιστομίου, το οποίο ενδεχομένως να ήταν πολύ απότομο ή με ομαλή μετάβαση, αλλά ταυτόχρονα πολύ χοντρό.Το δαχτυλίδι από boxwood είναι αρκετά παχύ και δένει αρμονικά με τα υπόλοιπα χρώματα. Το μπωλ είναι αρκετά περίπλοκο. Στο μπροστινό μέρος, το heel σχεδόν εξαφανίζεται, γεγονός που θυμίζει squat tomato του Becker. Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται να έχει αρκετό ξύλο, ώστε να μην υπερθερμαίνεται κατά το κάπνισμα. Παράλληλα, όλο το μπωλ φαίνεται να γέρνει προς τα εμπρός, κυρίως λόγω μιας ανισοκατανομής υλικού μεταξύ της μπροστινής και της οπίσθιας επιφάνειάς του. Στο rim παρατηρούμε δύο “γλώσσες” μπροστά και πίσω, τεχνική που στρογυλεύει όλο το σχήμα και ακυρώνει τα όρια μιας αυστηρής άνω γραμμής. Αυτό προσθέτει στον προαναφερθέντα “ρευστό” χαρακτήρα. Στα πλαϊνά του μπωλ, πάλι έχουμε μία ιδιομορφία. Πηγαίνοντας προς τα κάτω, η διάμετρος μεγαλώνει κι έτσι το σχήμα δανείζεται στοιχεία από το κλασικό brandy. Σε γενικές γραμμές είναι ένα πολύ προσεγμένο σχέδιο, το οποίο παρά την πολυπλοκότητά του, παραμένει ισορροπημένο. Οφείλω να παραδεχτώ τη φαντασία και την καλλιτεχνική ικανότητα του Peter Heeschen. Σε δύο σημεία μόνο ανιχνεύω μειονεκτήματα. Πρώτον, στην ένωση shank-bowl (στην “κοιλιακή” πλευρά), όπου δεν υπάρχει απόλυτη συμμετρία. 






Δεύτερον, στην εμπρόσθια “γλώσσα”, η οποία ξεφεύεγει κατά πολύ προς τα αριστερά. 










Τα δύο αυτά κατασκευαστικά ατοπήματα κρύβονται λόγω της ελεύθερης φόρμας, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι εκεί. Και δεν μπορώ να μην τα επισημάνω. 




Grain

Το grain δεν μπορεί κανείς να το πει straight grain. Αλλά σε αυτό το σχέδιο δεν ξέρω αν ταιριάζει το straight grain. Αν έπρεπε ντε και καλά να το πούμε κάπως, εγώ θα το έλεγα flame grain. Το κρίσιμο σημείο είναι εδώ το ότι το grain ακολουθεί το σχέδιο. Το birds eye είναι σχεδόν απόλυτα κεντραρισμένο στον πάτο του μπωλ. Και το flame grain ακολουθεί τις γραμμές του μπωλ σχεδόν για 360 μοίρες. Κατά τα άλλα, το grain φαίνεται ομοιογενές και αρκετά “συνεκτικό” (tight grain). Αυτό το αναφέρω, διότι έχει υποστηριχθεί η άποψη πως κάποια βασικά χαρακτηριστικά του grain αντανακλούν τη δομή του ξύλου, η οποία κατ’ επέκταση επηρεάζει τις καπνιστικές ιδιότητες της πίπας. Επί παραδείγματι, λέγεται ότι η ηλικία του ξύλου (που φαίνεται από το grain) παίζει ρόλο στο πόσο εύκολα μπορεί να κλείσουν οι πόροι, γεγονός που θα υποβαθμίσει την απόδοση. Στην παρούσα κριτική, βέβαια, επειδή ο ρόλος του grain σε συνάρτηση με την απόδοση της πίπας είναι αμφιλεγόμενος, αυτό εξετάζεται μόνο ως προς την αισθητική. 



Σημάδια στο ξύλο

Κατάφερα με μεγεθυντικό φακό να βρω 3. Ένα λίγο μικρότερο από το κεφάλι της καρφίτσας και άλλα δύο ακόμα μικρότερα. Αν ψάξω, ίσως βρω και άλλα. Ελάχιστα με απασχολεί σε τέτοια κλίμακα. Στόκο δεν βρήκα. 


Βάρος

Η πίπα δεν είναι από τις πιο ελαφριές. Σε σχέση με το μέγεθός της θα μπορούσε κανείς να πει ότι έχει το αναμενόμενο βάρος. Ίσως λίγο πιο ελαφριά. Υπάρχει η πεποίθηση πως το μικρό βάρος σημαίνει και καλύτερο ξύλο. Αλλά το βάρος έχει να κάνει και με άλλους παράγοντες (πχ φύλο του φυτού). Οπότε και πάλι εξετάζεται μόνο από την άποψη της λειτουργικότητας, δηλαδή το πόσο άνετα κρατιέται η πίπα στο στόμα. Εδώ το βάρος κρίνεται σωστό, μιας που το κράτημά της στα δόντια είναι εξαιρετικά άνετο. Αυτό έχει να κάνει και με τον γενικότερο σχεδιασμό της πίπας και όχι μόνο με το βάρος του stummel. Η πίπα είναι ισορροπημένη, γεγονός που συμβάλλει στην άνεση, είτε την κρατά κανείς στο χέρι, είτε την “κρεμάει” στα δόντια. Αν και το βάρος της μπορεί να χαρακτηριστεί σωστό, το κράτημά της στο χέρι είναι περίεργη υπόθεση. Λόγω σχήματος, δεν έχει το κλασικό πιάσιμο με τον αντίχειρα να τείνει προς τον δείκτη. Ο αντίχειρας ξεκουράζεται πάνω στη μία “γλώσσα” (προς το επιστόμιο), ενώ ο δείκτης και ο μέσος λειτουργούν υποστηρικτικά στο απότομα κομμένο heel. Όσον αφορά στο curing του ρεικιού, δυστυχώς δεν έχω βρει ακόμα πληροφορίες για τις μεθόδους του κυρίου Heeschen. Έτσι κι αλλιώς, η ποιότητα του ξύλου αναφορικά με την καπνιστική απόδοση θα φανεί στο χειροκρότημα, δηλαδή όταν η πίπα καπνιστεί. Ίσως ακολουθήσει δεύτερο review που να αφορά στην καπνιστική απόδοση που είναι και το τελικό ζητούμενο. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι και η εξέταση μιας πίπας πριν αυτή καπνιστεί έχει τη σημασία της, καθώς πολλές φορές μπορεί κανείς να προβλέψει τη συμπεριφορά της από κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά της.


Αεραγωγός και επιστόμιο
Τα περί αισθητικής αναφέρθηκαν παραπάνω. Το επιστόμιο είναι κατασκευασμένο από γερμανικό εβονίτη. Όσον αφορά στη λειτουργικότητα, ο αγωγός του επιστομίου είναι αρκετά ευρύς. Δυστυχώς αυτήν τη στιγμή δεν έχω διαθέσιμα τρυπάνια, οπότε όλες οι διατομές είναι κατά προσέγγιση. Στο tenon είναι περίπου 5mm. Εδώ θα προτιμούσα να είναι μικρότερης διατομής και να πλησιάζει εκείνη του αεραγωγού του shank. Από εκεί και πέρα, κάνει ομαλό taper και φτάνει σε πολύ μικρότερη διατομή. Ο αεραγωγός στο stummel είναι τρυπημένος στα 3,5-4mm. Η τρύπα του αεραγωγού είναι ευθυγραμμισμένη με αυτή του tenon, όπως αποκαλύπτεται από το pipe cleaner test. Το pipe cleaner test έγινε με το πιο χοντρό μάκτρο που έχω βρει στην αγορά (με την παχύτερη πλευρά), οπότε το συμπέρασμα είναι σχετικά ασφαλές. Το μάκτρο περνά ανεμπόδιστα από το bit στον πάτο του μπωλ. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι στον πάτο του mortise η διατομή δεν είναι απόλυτα κυκλική. Φαίνεται πως για να βγει η τρύπα στο κέντρο έπρεπε να φαγωθεί λίγο ή απλά ξέφυγε κάποια στιγμή το τρυπάνι. 


Ο αεραγωγός συναντά το μπωλ στον πάτο του και στο κέντρο. Το bit είναι λεπτό και άνετο στο στόμα. To button είναι αρκετά λεπτό, με στρογγυλεμένες αιχμές στην έσω πλευρά ώστε να μην είναι άβολο. Στην πλευρά του slot, είναι κοίλο (μία λεπτομέρεια που αρέσει σε μερικούς καπνιστές. Το slot είναι αρκετά ευρύ και σχετικά καλοφτιαγμένο, αν και όχι απόλυτα συμμετρικό, γεγονός που αποτελεί μειονέκτημα στην κατηγορία αυτή. 


Το tenon απέχει 1mm από τον πυθμένα του mortise. Αυτό αξασφαλίζει την ομοιομορφία του αεραγωγού και αποκλείει τις απότομες διακυμάνσεις της διατομής, από τη στιγμή που δεν υπάρχει μεγάλο κενό. Το μικρό κενό του ενός χιλιοστού χρησιμεύει ως “αέρας” για τις μικρές αλλαγές που ενδεχομένως να λαμβάνουν χώρα ως αποτέλεσμα της αυξομείωσης της θερμοκρασίας. Το tenon δεν έχει “στρογγυλεμένες” άκρες. Δεν υπάρχει περιθώριο για τον καπνό να εισχωρήσει μεταξύ του tenon και των τοιχωμάτων του shank. Ο αεραγωγός ήταν καθαρός και η έσω επιφάνειά του φαίνεται σχετικά λεία. Πολλά από τα παραπάνω στοιχεία (σε συνδυασμό) εξασφαλίζουν ανεμπόδιστη ροή αέρα. Ο θάλαμος καύσης δεν έχει κάποιο προκάρβουνο. Η επιφάνειά του δεν έχει λειανθεί πλήρως, προφανώς για είναι πιο εύκολη η δημιουργία cake. Η εφαρμογή stem-shank είναι άνετη, αλλά και σταθερή. H περασιά είναι πραγματικά αριστοτεχνική, καθώς το επιστόμιο έρχεται πρόσωπο με το shank. Η μετάβαση από το επιστόμιο στο shank δεν γίνεται αντιληπτή με την αφή. 


Φινίρισμα

Εδώ βλέπω πολύ καλή δουλειά. Με μέτρο. Η πίπα φαίνεται ότι τρίφτηκε καλά με διαδοχικά πιο λεπτά γυαλόχαρτα. Δεν μπορώ διά της αφής να διακρίνω κάποια άγρια επιφάνεια. Δεν βλέπω ανωμαλίες στις καμπύλες. Η βαφή της είναι όσο πρέπει έντονη κατά τη γνώμη μου και αναδεικνύει καλά το grain. Το ίδιο ισχύει και για το επιστόμιο. Δεν διακρίνω σημάδια από εργαλεία. Είναι πολύ καλά γυαλισμένο, όπως και το ξύλινο τμήμα της πίπας. Συνολικά το φινίρισμά της με ικανοποιεί πλήρως. Ένα πρόβλημα υπάρχει μόνο. Στο shank face, βλέπω να έχει ξεφύγει μπογιά. Κρίμα. Αυτό φυσικά δεν επηρεάζει την απόδοσή της. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι αποδεκτό για την κατηγορία στην οποία υπάγεται η συγκεκριμένη πίπα. 



Σε γενικές γραμμές είναι μία πολύ όμορφη και καλοφτιαγμένη πίπα. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι τέλεια, όπως κανείς θα περίμενε στην κατηγορία high end. Το ότι βρήκα τις ατέλειες που περιγράφω παραπάνω (κυρίως αυτή που αφορά στον αεραγωγό) ήταν λίγο απογοητευτικό για μένα. Αν αξίζει τα λεφτά της? Πιστεύω ότι τα αξίζει. Αλλά αυτό είναι πολύ προσωπική υπόθεση. Καθώς τα κριτήρια είναι άπειρα και κατά συνέπεια προκύπτουν άπειρες ιεραρχίες και συγκρίσεις. Σαφώς υπάρχουν φτηνότερες πίπες με καλύτερη (ή ίσως ελάχιστα πιο προσεγμένη) κατασκευή. Από την άλλη μεριά υπάρχουν και ακριβότερες πίπες με υποδεέστερη κατασκευή. Ή απλά πιο άσχημες. Δεν είναι δυνατόν να συγκρίνουμε κάθε πίπα με όλες τις υπόλοιπες που υπάρχουν στον κόσμο. Όπως επίσης δεν είναι δυνατόν να αγνοούμε ο,τιδήποτε άλλο κυκλοφορεί και να εστιάζουμε μόνο στην εν λόγω πίπα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, κάθε κομμάτι κρίνεται ξεχωριστά και με έναν πολύ προσωπικό τρόπο από τον επίδοξο αγοραστή. Κάπως έτσι αποφάσισα μετά από 2 χρόνια περισυλλογής να αγοράσω το “signature P” του uncle Peter, κατά κόσμον Peter Heeschen. 




Κάποια κείμενα για την αξιολόγηση καπνοσυρίγγων

Η ιστοσελίδα του Peter Heeschen

O GL Pease για τον Peter Heeschen

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Χτυπήματα την τελευταία στιγμή στο ebay

Πριν λίγες μέρες απέκτησα το shape 96 της Stanwell το οποίο έψαχνα για αρκετό καιρό. Πήγε αρκετά ψηλά, καθώς ήταν στη σελίδα σχετικά γνωστού πωλητή, σε άριστη κατάσταση και έφερε τη στάμπα της σειράς "Best Make". Δύο μέρες αργότερα, πέτυχα άλλο ένα shape 96, αυτή τη φορά sandblasted. Μπήκε στη watch list και μία ωρίτσα πριν τη λήξη παρατήρησα ότι δεν είχε ούτε ένα bid. Το μικρό διαβολάκι άρχισε να μου μιλά στ' αυτί. Σχεδόν σίγουρος ότι τελικά θα χάσω, πόνταρα $15 πάνω από το starting bid 1 λεπτό πριν τη λήξη και περίμενα να δω την τιμή να εκτοξεύεται στα ύψη. Αλλά δεν είδα τίποτα τέτοιο. Από τα $20, πήγε στα $23, στα $27, στα $33 και ούτω καθεξής, μέχρι να σταματήσει 20 δευτερόλεπτα πριν τη λήξη μισό δολάριο πάνω από το δικό μου max bid. Την πάτησα. Και το χειρότερο δεν είναι ότι έχασα την πίπα, αλλά το ότι με κέρδισε ένας ψάρακλας που ανεβάζει δύο-δύο ή τρία-τρία τα δολάρια μέχρι να δει ότι έχει το highest bid. Και μετά επαναπαύεται και περιμένει να κερδίσει. Κάτω από άλλες συνθήκες, αν πχ είχα υψηλό pipe budget ή την ήθελα περισσότερο, δεν θα είχε καμία ελπίδα. Θα έβλεπε απλά στα τελευταία 3-5 δευτερόλεπτα το bid να ξεπερνά το δικό του max. Αυτή η χαζή ήττα μου υπενθύμισε τον χρυσό κανόνα του ebay: Ποντάρω πάντα στα τελευταία δευτερόλεπτα. Και όταν θέλω κάτι πάρα πολύ, ποντάρω 30% πιο πάνω απ' όσο πιστεύω ότι θα πιάσει η πίπα, δεδομένου ότι τη ζαχαρώνει άλλος ένας που θέλει πολύ να την αποκτήσει. Εν προκειμένω η χασούρα δεν ήταν πολύ μεγάλη. Έχω ήδη το shape 96 και σε πολύ καλή κατάσταση (και αρκετά ψηλά στο τότε grading system της Stanwell). Αλλά μου τη σπάει λίγο που έχασα την ευκαιρία να του φέρω ένα αδερφάκι με ελάχιστο κόστος. Και αυτή τη φορά ακούω το διαβολάκι να λέει γελώντας, ως άλλη ειρωνευόμενη ηχώ: "Ποντάρω πάντα στα τελευταία δευτερόλεπτα". Πάω να το γράψω τώρα 100 φορές στον πίνακα για να μου γίνει μάθημα.      

Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Patina

Δηλαδή το πως αλλάζει με τον καιρό το χρώμα της πίπας (μέσες-άκρες, για ακριβείς ορισμούς στα λεξικά). Μου έκανε φοβερή εντύπωση το πόσο γρήγορα δημιουργείται. Παραθέτω δύο φωτογραφίες από τη σειρά DeLuxe της Stanwell. Η μία (shape 95, το ταψί) είναι καινούρια. Η άλλη (shape 207, το cherrywood) είναι στο rotation εδώ και τρία χρόνια. Να σας πω την αλήθεια, προτιμώ το χρώμα που πήρε με τον καιρό από το αρχικό της.