Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

Ακριβές και φτηνές πίπες



Για πολλά χρόνια στα διεθνή fora επαναλαμβάνεται η ίδια συζήτηση. Κάποιος ξεκινά ένα νήμα για μια ακριβή πίπα και αρχίζει η διαμάχη. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές που μιλούν για τελειοποιημένη τεχνοτροπία, συλλεκτική αξία, προσοχή στη λεπτομέρια, εξεζητημένο σχεδιασμό κλπ. Από την άλλη πλευρά, οι αντιφρονούντες που αναρωτιούνται (ρητορικώς και με ελαφρά ειρωνία), αν η πίπα των χιλιάδων δολαρίων καπνίζει πιο καλά από μία μέσης γραμμής. Θα καπνίζει, λοιπόν, μία πίπα των 1000 δολαρίων δέκα φορές καλύτερα από μία πίπα των 100 δολαρίων; Η απάντηση είναι προφανής: όχι. Και μια πίπα των 3 χιλιάδων δεν θα καπνίζει 30 φορές καλύτερα και πάει λέγοντας. Έχω αρκετές πίπες. Θα μιλήσω για αυτές που απέκτησα καινούργιες. Οι τίμιες πίπες μου είναι οι Stanwell. Ίσως οι δύο καλύτερες στο κάπνισμα είναι μια Ardor και μια Asteriou. Τα τελειότερα τρυπήματα τα έχω δει σε μία Cavicchi. Το θρυλικό P του Peter Heeschen δεν καπνίζει καλύτερα από όλες. Επίσης, δεν είναι η καλύτερα κατασκευασμένη πίπα. Παρ' όλα αυτά, χαίρομαι που την έχω στη συλλογή μου και χαίρομαι να την καπνίζω. Δεν υπάρχει απογοήτευση (πέρα από κάποιες λεπτομέρειες που τις ήθελα πιο προσεγμένες για αυτό το επίπεδο), διότι δεν περίμενα να είναι η ποιότητα του καπνίσματος ανάλογη της τιμής της. Θα πεις, τότε γιατί να την αγοράσει κανείς; Δεν υπάρχει λογική απάντηση εδώ. Ο λόγος είναι κάθε φορά προσωπικός για τον καπνιστή που δίνει λίγα περισσότερα για να αποκτήσει ένα κομμάτι που αγγίζει την κατηγορία high end. Έχει να κάνει με τον βαθμό του βίτσιου για το αντικείμενο, το πόσο σπασίκλας είναι, τα ήδη διαμορφωμένα γούστα (τα δικά μου πχ σχετίζονται με τους Δανούς), την παιδική επιθυμία για ένα υλικό αγαθό και το βίωμα της πολυεπίπεδης απόλαυσης. Κάποιες φορές, βέβαια, η επιλογή αυτή έχει σχέση και με τον στίχο που τραγούδησε ο Sinatra: Nothing but the best is good enough for me...

Οπότε οι εν λόγω διαμάχες στερούνται νοήματος και ουσίας. Είναι σαν να συζητά κανείς πόσο κόστισαν οι μπογιές στον Da Vinci. Ναι, η αναλογία είναι τραβηγμένη, αλλά πιστεύω η θέση να γίνεται κατανοητή. Και για να ξαναγυρίσουμε σε πιο πεζή ανάλυση, έχει να κάνει και με τους νόμους της αγοράς. Αυτήν τη στιγμή υπάρχει αγοραστικό κοινό διατεθειμένο να πληρώσει πολλά για κάποιους artisans. Οι λόγοι είναι πολλοί και εκτείνονται πέραν του hype. Και είναι επίσης προφανές ότι οι εν λόγω αγοραστές δεν επιθυμούν απλά μια συσκευή πρόσληψης νικοτίνης.  

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Προσωπικά γούστα και βασικές αρχές

Δεν μπορείς να απαντάς σε ερώτηση ως σοφός γέρων από τον Πόλεμο των Άστρων. Όταν ο ενθουσιώδης νουμπάς θέτει βασικό ερώτημα, η απάντηση Use the Force είναι βλακώδης. Έχω βαρεθεί να ακούω τη γενικόλογη κατακλείδα ως ουσιαστική συμβουλή: Με τον καιρό θα μάθεις. Αλλά μέχρι να περάσει ο καιρός τι θα κάνω; Θα τα βγάλω πέρα μόνος μου. 

Καλό είναι να καταλάβουμε την αλληλουχία. Οι βασικές αρχές προηγούνται της διαμόρφωσης του προσωπικού γούστου. Τελευταία κουβέντιασα με κάποιους γνώστες του whisky. Ρώτησα λοιπόν μερικά πράγματα για κάποιες ετικέτες, περί γεύσης, προέλευσης, παρασκευής και λοιπών παραγόντων που συμβάλλον στο τελικό αποτέλεσμα. Μου έδωσαν κάποιες πληροφορίες που βοήθησαν αρκετά και στο τέλος, φυσικά, μου είπαν ότι μόνο μέσω της δοκιμής θα καταλήξω στα προσωπικά μου γούστα. Το ίδιο συνέβη και με μονόδρομες αλληλεπιδράσεις μέσω κριτικών στο YouTube και σε εξειδικευμένες ιστοσελίδες. Ως νέος στο άθλημα, έμαθα κάποιες βασικές αρχές και αυτές με βοήθησαν να αρχίσω να διαμορφώνω προσωπικά γούστα. Εάν η απάντηση στην οποιαδήποτε ερώτησή μου έμοιαζε με επιγραφή εσώκλειστη σε fortune cookie, τότε θα έπρεπε να ανακαλύψω εκ νέου τον τροχό. Κι ενώ το μιμίδιο έχει αδιαμφισβήτητη αξία, ο γκουρού τεμπελιάζει και πετάει ηλίθιες ατάκες τύπου Deepak Chopra. Γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, μωρόσοφος δεν είναι αυτός που έχει έκδηλο πάθος και μοιράζεται τη γνώση. Είναι εκείνος που δηλώνει γνώστης και κρατά την πληροφορία για τον εαυτό του.  

Δεν είναι, φυσικά, προαπαιτούμενο το πάθος για να καπνίζεις πίπα. Με τον ίδιο τρόπο που πολλοί πότες καταναλώνουν επί δεκαετίες νεαρό, τραχύ blended whisky, με πολύ πάγο και κόκα-κόλα, καπνίζοντας ευπώλητα τσιγάρα. Και μπράβο τους. Ας κάνουν ό,τι τους αρέσει. Νομίζω πως είναι αρκετά σαφές το ότι δεν έχουν ανάγκη υπεράσπισης, καθώς η υπερπληθής αγέλη τους προστατεύει. Σε όλα τα ρεαλιστικά πιθανά σενάρια, ο Charles θα έχει πρόβλημα και όχι ο George. Γιατί ο δεύτερος είναι άξιος Baird man. 

Για τους άλλους τι θα κάνεις, σοφέ γέροντα; Εσύ που έχεις δεκαετίες ενασχόλησης με το σπορ στην πλάτη σου; Μπορείς να ακολουθήσεις την αυνανιστική οδό: να πετάξεις μια ρήση, υποστηρίζοντας αυτό που δηλώνεις ότι σιχαίνεσαι, τον ελιτισμό. Αλλά μπορείς να κάνεις και το άλλο: να δώσεις 2-3 απλές συμβουλές για να χτίσει ο νέος καπνιστής βασικές αρχές. Και το τελευταίο απέχει πολύ από τον ελιτισμό. 

Ο δάσκαλός μου, μού έλεγε πάντα ότι πρέπει να προσαρμόζεσαι στο ακροατήριό σου. Όταν λοιπόν συναντάς έναν εν δυνάμει βιτσιόζο, του συμπεριφέρεσαι ανάλογα. Μοιράζεσαι το πάθος σου για την ταπεινή υλική απόλαυση και μιλάς ως καπνιστής-χομπίστας. Την επόμενη φορά λοιπόν που κάποιος πιτσιρικάς θα ρωτήσει, πες του 2-3 βασικά, απλά πράγματα και παρακίνησέ τον να δοκιμάσει και να εξερευνήσει. Και φύλαξε τις ατάκες για το καφενείο.   

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018

Μέσης γραμμής καπνιστής με κριτήρια high end

Υποστηρίζω την εκλεκτικότητα. Συχνά ακούω ότι με λίγα χρήματα δεν μπορείς να αγοράσεις μία πολύ καλή πίπα και το ότι οι mid range μοιραία θα έχουν ελαττώματα. Θα έχουν, αλλά τι ελαττώματα; Ok, παραδέχομαι ότι οι πιθανότητες του να αγοράσεις μια καλή, μάχιμη πίπα από ρείκι με 20 ευρώ είναι πολύ μικρές. Αλλά αν πας στο εύρος 60-100, τότε οι επιλογές πολλαπλασιάζονται. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για πίπες μέσης γραμμής. Αυτές είναι βιομηχανοποιημένες πίπες και ένα μέρος της κατασκευής τους είναι αυτοματοποιημένο. Πολλά όμως δεν είναι. Οπότε μπαίνει ανθρώπινο χέρι σε αρκετά βήματα του φινιρίσματος, της εφαρμογής με το επισόμιο κ.ο.κ. Για αυτόν τον λόγο, η κάθε βιομηχανοποιημένη πίπα είναι ιδιαίτερη. Και για αυτό πρέπει να ψάξει κανείς να βρει το καλύτερο διαθέσιμο κομμάτι. Όταν αγοράζω μια μέσης γραμμής πίπα, την εξετάζω ως προς τα βασικά (αεραγωγός, ξύλο, φινίρισμα, εφαρμογή, βάρος, αίσθηση στο χέρι κλπ), έχοντας τα συνηθισμένα κριτήρια (αν δεν κάνω λάθος, τα έχω κουβεντιάσει παλιότερα). Και έχω τις ανάλογες απαιτήσεις. Όταν η Stanwell ήταν ακόμα δανέζικη, οι απαιτήσεις μου ικανοποιούνταν σχετικά γρήγορα, στο πρώτο μισάωρο περιήγησης στο καπνοπωλείο. Τώρα, να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πολύ καλά τι παίζει, καθώς έχω να αγοράσω πίπα τουλάχιστον μια πενταετία. Αλλά το θέμα παραμένει η προσδοκία από το προϊόν. Και κάποιες απόψεις που έχω ακούσει κατά καιρούς καθιστούν την εν λόγω προσδοκία αδύναμη.

Είναι μέσης γραμμής, οπότε θα έχει ελαττώματα. Ναι, θα έχει. Αλλά είναι άλλο λίγος στόκος σε μη επικίνδυνο σημείο και άλλο το οποιοδήποτε ελάττωμα που υπονομεύει τη λειτουργικότητα. Έχω αγοράσει πίπες με στόκο. Αλλά απέφυγα εκείνες που είχαν στόκο στην ένωση shank-bowl, που το σημάδι φαινόταν βαθύ ή που ο στόκος ήταν πολύ κοντά στο σημείο που συναντά το shank το επιστόμιο. Επίσης, το να μην εφαρμόζει καλά ένα δαχτυλίδι δεν είναι αποδεκτό. Όπως και το να μην περνάει εύκολα το μάκτρο είναι κάτι που αποτελεί σημαντικό συμβιβασμό για 100 ευρώ.

Μην το ψάχνεις, δεν είναι υψηλή φιλοσοφία, πάρε ό,τι σου γυαλίσει. Ορθώς, δεν είναι υψηλή φιλοσοφία. Αλλά είναι μια αγορά όπως όλες. Και το αντικείμενο που αγοράζεις έχει κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν τη χρηστικότητα και την απόδοσή του. Οπότε, γιατί να μην κοιτάξεις 1-2 πραγματάκια πριν το αγοράσεις; Κοίτα λίγο τον αγωγό και τις εφαρμογές χωρίς να το φιλοσοφήσεις. Δεν θα σου πάρει πάνω από 3 λεπτά.

Πάρε μια φτηνή για αρχή, διότι έτσι κι αλλιώς θα την καταστρέψεις, αφού είσαι αρχάριος. Για να καταστρέψεις μια πίπα (όχι να κάψεις το χείλος, να την καταστήσεις άχρηστη), θέλει προσπάθεια. Αν αφιερώσεις μισή ώρα να ρίξεις μια ματιά στα σχετικά sites, θα ξέρεις ό,τι χρειάζεται για να προφυλάξεις μια πίπα από την καταστροφή.

Τα παραπάνω (και φαντάζομαι κάποια άλλα) αποτελούν μάλλον ψευδεπιχειρήματα κατά της λεπτομερούς εξέτασης μιας πίπας πριν την αγορά της. Ακολουθώντας τις συμβουλές αυτές κάποιος κινδυνεύει να χάσει χρήματα αλλά και να παρατήσει το σπορ στην αρχή του. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αγοράσει κανείς μια καλή πίπα για αρχή. Και για να το πετύχει αυτό (ή τουλάχιστον να αυξήσει τις πιθανότητές του), οφείλει να αφιερώσει λίγο χρόνο. Στο κάτω-κάτω, έχει και το ψάξιμο το γούστο του. Είναι μέρος της εμπειρίας.  

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

Why do we fall Bruce?



Όταν ήμουν μικρούλης, πίστευα στο καλό, το ορθό και το δίκαιο. Ακόμα πιστεύω σε αυτά. Η διαφορά είναι πως όταν ήμουν μικρούλης, τα θεωρούσα αυτονόητα. Λες και αυτοκλήτως θα ερχόταν κάποιος να τα επιβάλλει. Αρκετά αργότερα κατάλαβα ότι είναι δική μου υποχρέωση. Και τώρα πλέον οφείλω να εξετάσω εκ νέου το ζήτημα, καθώς πρέπει κάτι να πω σε ένα παιδί που μαθαίνει τον κόσμο. Όταν απλά δρας, δεν χρειάζεται ανάλυση. Εκτελείς υπερμαθημένες συμπεριφορές και κατά περιπτώσεις τροποποιείς το σχήμα βάσει του equilibrium που προκύπτει μέσα από το δίπολο assimilation-accommodation (αναρωτιέμαι αν ο πιπαδόρος Piaget ασχολήθηκε και με τους ενήλικες ποτέ). Όταν όμως καλείσαι να καθοδηγήσεις, πρέπει να λεκτικοποιήσεις το pipeline της αρχής, της σκέψης και της συμπεριφοράς. Κι αυτό είναι πιο δύσκολο, καθώς απαιτεί ενδελεχή αξιολόγηση του οικοδομήματος από τα θεμέλια. 

Τι συνιστά μια προσβολή; Η σύντομη απάντηση είναι τίποτα. Αυτό καταλαβαίνεις αν δεις το φαινόμενο σε βάθος χρόνου. Όταν, βέβαια, κάποιος σε προσβάλλει, το αίμα βράζει. Τη στιγμή του βρασμού, ας κάνει ο καθείς ό,τι νομίζει. Αυτό που κατάλαβα εγώ πάντως, είναι ότι η αντίδραση πρέπει να ζυγίζεται με μέτρο τη βαρύτητα της κατάστασης, καθώς και την αναλογία κόστους-οφέλους. Με άλλα λόγια, το να εξαντλήσεις τον θυμό σου στον γείτονα που σου κουνά το δάχτυλο, επειδή ο σκύλος σου γάβγισε 3 φορές την προηγούμενη εβδομάδα, είναι μάλλον χάσιμο χρόνου. 

Αυτή η δραματοποίηση των γεγονότων, ακόμα και των πιο ασήμαντων, είναι θλιβερή. Ναι, έχουμε χάσει το μέτρο. Και αν σου ξινίζουν τα κλισέ, έχουμε χάσει τη μπάλα. Διάλεξε όποιο από τα δύο θέλεις. Και αυτή η απώλεια είναι αμφίδρομη. Δεν ξέρουμε τι λέμε και δεν ξέρουμε τι λέει ο άλλος. Δεν ξέρουμε τι λέμε διότι χρησιμοποιούμε ελαφρά τη καρδία βαριές λέξεις, όπως "φασισμός", "αγάπη", "φιλία". Ο Μουζάκης έγραψε: πέρασα τη ζωή μου ζυγίζοντας λέξεις. που οι άνθρωποι δεν εννοούν. Να κάτι που πρέπει να πω στο μικρό αγόρι που μεγαλώνει. Να ξέρει ότι αν αποφασίσει να μιλά από την καρδιά του, θα μιλά μια γλώσσα ξένη προς τους άλλους. Και κυρίως να ξέρει ότι οι άλλοι μιλούν μια γλώσσα ξένη σε αυτόν. Όταν λοιπόν κάποιος του πει ότι είναι γυαλάκιας πάνω στη διαφωνία, ελπίζω να μην αναζητήσει safe space κρυψώνα, βαθιά προσβεβλημένος. Ελπίζω να ανγνωρίσει το ad hominem και να πει στον συνομιλητή του να πάει να γαμηθεί μετά τη δεκατιανή μπανάνα. Γιατί η προσωπική επίθεση ως αντεπιχείρημα είναι το τελευταίο καταφύγιο του συμπλεγματικού πιθήκου. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί είναι τόσο κακό να κάνεις λάθος που και που. 

Αναδύεται μια νέα εποχή πολιτικής ορθότητας. Αυτή, μοιραία, φέρνει μαζί της τη συμπαντική δικαιοσύνη και τον από μηχανής θεό. Reality check: το προϊόν έχει ημερομηνία λήξης. Κάπου εκεί μετά την εφηβεία. Για κάποιους πιο άτυχους η φούσκα σκάει νωρίτερα. Υπάρχει βέβαια και ένα ζήτημα αρχής. Πώς ονειρεύεσαι τον 20χρονο; Ως έναν άνθρωπο που πιστεύει ότι όλα του ανήκουν a priori, με τον φόβο στο φουλ, έτοιμο να πάει στη δασκάλα κάθε φορά που κάποιος του λέει "ρε"; Ή ως έναν άνθρωπο με πείσμα, που γνωρίζει ότι αυτά που καταφέρνει είναι αποτέλεσμα βουκεφαλισμού και τύχης και δεν ξεχνά ποτέ τον Κομπαγιάσι Ίσσα: Όπου δεις ανθρώπους, ψάξε για μύγες και Βούδες. 

Όταν διαβάζω Έκο, μου σπάνε τα νεύρα. Γιατί οι παραπομπές του είναι πολλές και κατά περιπτώσεις ασαφείς. Ζητώ συγγνώμη για τις παραπομπές εδώ, αλλά ταυτόχρονα κάνω προσπάθεια ως προς τη σαφήνεια. Και κατόπιν αυτής της απολογίας, ας επανέλθω στο θέμα, κάνοντας κι άλλες παραπομπές. Στο ποίημα Θεσσαλονίκη του Καββαδία υπάρχει ο στίχος: εκτός από τη μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται. Δεν θα έρθει κανείς να μας πάρει από το χεράκι. Θα φάμε σκατά, θα τσακιστούμε, θα μάθουμε και θα προχωρήσουμε. Όταν ο Rocky Balboa κλήθηκε να συμβουλεύσει τον γιο του, τού είπε ότι σημασία έχει πόσο σκληρά μπορεί να σε χτυπήσουν κι εσύ να συνεχίσεις να προχωράς μπροστά. Η παρηγόρια χωρίς τέλος μετουσιώνεται σε μεμψιμοιρία. 

Υπάρχουν σαφώς οι πολεμιστές της πολιτικής ορθότητας που φρίττουν με τέτοια επιχειρήματα και λυσσούν να πολιτικοποιήσουν τον οποιονδήποτε αντίλογο. Που φωνάζουν για ποινικοποίηση του χιούμορ, που ψάχνουν να βρουν στην καλημέρα την παρενόχληση, που επαναστατούν έναντι οποιασδήποτε φράσης που φαντάζει εχθρική μετά από τριπλή απόσταξη. Είναι οι ίδιοι που εφευρίσκουν στατιστικές καταπίεσης. Χιπστεροειδείς τύποι που κραυγάζουν για τον φασισμό και την απανθρωπιά του δυτικού εκπαιδευτικού συστήματος, την ίδια στιγμή που σε άλλα μέρη του πλανήτη ανήλικα παιδιά δεν μπορούν να γράψουν, εκ των πραγμάτων, καθώς τους έχουν κόψει τα χέρια με ματσέτα. Γκόμενες με first world problems, που ουρλιάζουν για την πατριαρχία, την ίδια στιγμή που κοριτσάκια 12 ετών υφίστανται κλειτοριδεκτομή. Ο μακαρίτης ο Hitchens, ανάμεσα σε άλλους, είχε καταδείξει αυτήν την αμετροέπεια σε πλείστες περιπτώσεις. Αλλά αυτές είναι φωνές ορφανές, χαμένες σε έναν κόσμο με κομμένα αυτιά. Ο δημόσιος διάλογος έχει γίνει ένα απέραντο καφενείο. Και μέσα σε αυτό το καφενείο, τα cry-babies έχουν αρχίσει να παίρνουν τα πάνω τους, συμπαρασύροντας τους δασκάλους τους, μέσα σε ένα κλίμα φρενίτιδας. Με καταγγελτική διάθεση και περισσή υποκρισία, σύσσωμες οι γενιές μπογιατίζουν τους θώκους τους με άσπρο και μαύρο. Τα βράδια για να ζεσταθούν καίνε τα βιβλία του Νίτσε και του Πλάτωνα. Και η κραυγή του Frank Slade έχει γίνει πια ψίθυρος που σβήνει στο πέρασμα του χρόνου: You're building a rat ship here, a vessel for sea-going snitches!

Όταν ο γιος μου δεν μπορεί να κοιμηθεί, του τραγουδώ το My way, Απ' το αεροπλάνο και τον Κεμάλ. Και καμιά φορά του μιλώ για τον Dark Knight ή τους Jedi. Αργότερα θα του πω και για τον Charles Sims.  

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Τα βρύα της άνοιξης

Aultmore of the foggie moss. Πολύ κουλ όνομα. Αλλά εγώ δεν το είχα ακούσει ποτέ. Μέχρι που το άκουσα από έναν υπάλληλο του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης. Τελείως άσχετος με τα σκωτσέζικα και κάπως σχετικός με τα μπέρμπον, βρέθηκα στα duty free των βορείων. Ευκαιρία για αγορά του λίτρου. Μέρος της απόλαυσης αυτών των σύντομων ταξιδιών είναι και το χάζεμα στα ράφια με το αλκοόλ, το οποίο προγραμματίζεται εκ των προτέρων, ώστε να υπάρχει ένα καλό μισάωρο περιήγησης. Καθώς χαζεύω τα ultra premium στις προθήκες τους, αναρωτιέμαι γιατί να είναι τόσο περίτεχνες οι καράφες των κονιάκ που ξεπερνούν τα 1000 ευρώ. μετά σκέφτομαι ότι "δεν είναι αυτά για εμάς" και πάω στα ράφια που έχουν ένα -τουλάχιστον- λιγότερο ψηφίο. Καθώς χάζευα λοιπόν και προσπαθούσα να αποφασίσω, με πλησιάζει ο εν λόγω υπάλληλος. Είναι δύσκολο να αποφασίσει κανείς χωρίς γνώση. Με ρωτάει αν θέλω βοήθεια. Του λέω το δίλημμα. Ήταν μεταξύ δύο εκ των "γνωστών": Ardbeg και κάτι άλλο. Αρχίζουμε ψιλή κουβέντα. Ο τύπος έπινε και ήξερε, αλλά η συζήτηση, μοιραία, κατέληξε στο αδιέξοδο του "ότι αρέσει στον καθένα". Μου δείχνει έναν πάγκο με ανοιχτά μπουκάλια για δοκιμή. Μου προσφέρει. Σνομπάρω καθώς βλέπω ότι τα περισσότερα είναι για να πεις ότι τα πίνεις, παρά να τα πιεις (πιάσε μια πέρδικα, πιάσε ένα Τζόνι και τα ρέστα, μαζί με γαρύφαλλο όχι στο αυτί, αλλά στο τραπέζι). Ξαναγυρίζουμε στο ράφι και μου δείχνει το Aultmore: Αυτό το έχεις δοκιμάσει; Μπα, του λέω, καθώς το ξανθό του χρώμα με απωθεί. Περίμενε, έρχομαι, λέει και χάνεται για 1 λεπτό. Γυρίζει με ένα ανοικτό μπουκάλι Aultmore. Μου δίνει να δοκιμάσω. Πριν πιω, περίμενα ένα οξύ, κάπως νεαρό ουίσκι (δεν έβλεπα την ηλικία τυπωμένη μπρος στα μάτια μου και ως μη εξοικειωμένος με τη Σκωτία, το χρώμα αποκωδικοποιήθηκε στο μπερμπονικό μου μυαλό ως ενδεικτικό νεότητος - είπαμε, χωρίς γνώση). Με το που ήπια την πρώτη γουλιά, έσκασε ένα μπουμπούκι γεύσεων στο στόμα μου. "Έκρηξη", αυτό του είπα. Με κοίταξε με ένα χαμόγελο επιβεβαίωσης. Μου πρότεινε να κεράσει κι άλλο, αλλά έπρεπε να πάω στην πύλη. Καθώς έδινα το εισιτήριό μου, πριν μπω στο πουλμανάκι, στο αριστερό μου χέρι κρατούσα μια σακούλα duty free με τον μαγικό κύλινδρο. Αυτήν τη στιγμή πίνω ένα ποτήρι Aultmore και η εμπειρία δεν έχει αλλάξει - έχει μάλιστα βελτιωθεί. Δεν ξέρω τι λένε οι Σκωτσέζοι για ομίχλη και βρύα, εμένα μου θυμίζει ανοιξιάτικο κήπο. Υπάρχουν αρκετές κριτικές στο διαδίκτυο. Εγώ χάζεψα κατόπιν αγοράς, λίγο πιο κάτω από τα μισά του μπουκαλιού, τις κριτικές στο YouTube. Ένας από τους γευσιγνώστες το χαρακτήρισε ως "κρυμμένο διαμάντι". Μπορεί να μην πίνω στο ειδικό του ποτήρι, αλλά με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.