Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Robusto σε απόχρωση blue marine

Δοκιμών συνέχεια. Συνδυασμός καταναλωτικής μανίας, ψυχαναγκασμού και απεριόριστης εκτίμησης της έννοιας "υλική απόλαυση". Εδώ που τα λέμε, αυτή η έννοια έχει υποτιμηθεί με φρικτό τρόπο. Διότι αν σηκώσεις λίγο τα χαλάκι της "σημερινής υλιστικής και καταναλωτικής κοινωνίας" (στην οποία - ωιμέ! - θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας), τότε θα βρεις το πίσω μέρος του μυαλού. Και εκεί είναι χαραγμένη στην πέτρα η απαξίωση της υλικής απόλαυσης, καθώς και μία τύπου "πιφ!" σύγκριση του μουσακά με την ποίηση. Πέρα από την προφανέστατη παλινδρομική κίνηση της εν λόγω παλάντζας (είναι η μοναδική ζυγαριά της οποίας η συσκευασία περιέχει χαρτομάντηλα αντί για μπαταρίες), είναι και η αξιολόγηση της απόλαυσης per se. Και αν πας πέρα από τις δεδομένες ιεραρχήσεις, πέρα από τα υπέρτατα αγαθά, και φτάσεις στις μικρές, καθημερινές ανάγκες (η λέξη "πολυτέλεια" εδώ απορίπτεται πάραυτα, καθώς είναι άκρως ηλίθια στο συγκεκριμένο πλαίσιο και συνεπώς αδόκιμη η χρήση της), τότε θα δεις ότι το να επιθυμήσεις δυο δάχτυλα καλό bourbon δεν σε καθιστά αυτομάτως ανεξέλικτο τρωγλοδύτη. Η αντίθετη όψη του νομίσματος είναι ακόμα υπό εξέταση.

Γράφω αυτήν τη στιγμή περιτριγυρισμένος από εκατοντάδες βιβλία. Αλλά αυτό που καπνίζω δεν είναι χαρτί. Είναι μια καλή βιρτζίνια σε μία Stanwell. Και χτες την ταπεινή, σπιτική vinaigrette δεν την έφτιαξα με λαδομπογιές του Θεοτοκόπουλου, αλλά με ξίδι από το σούπερ-μάρκετ (και διαβάστε "υπερ-κατάστημα", αν θέλετε, φοβικοί συμπατριώτες). Σε τελική ανάλυση, το βραδάκι μιας κουραστικής μέρας αλλάζει επίπεδο, όταν συνοδεύεται από μία καλή διπλοκορώνα. Και όποιος πιθηκλής σνομπάρει, ας πάει να βρει τον μεγάλιθό του (να μην ξεχάσει το κασκόλ, διότι πέρα από το στυλάκι τίθεται και το ζήτημα της ομοιόστασης). 

Πάμε παρακάτω. Αυτές τις μέρες αγόρασα υγραντήρα (έναν chanti medium) και μερικά πούρα για δοκιμές. Συμπαθή ήταν αρκετά Plasencia από τη Νικαράγουα και κάποια Montego από τον Άγιο Δομίνικο. Αλλά ακόμα είναι πολύ νωρίς για να έχω άποψη, πόσο μάλλον ολοκληρωμένη. Βάσει του ρυθμού αγορών, με βλέπω να τρώω αρκετούς μήνες με δοκιμές. Αλλά πέραν των κρίσεων, κατάλαβα και κάποια πράγματα για το κάπνισμα του πούρου. Εδώ τη δουλειά την κάνει ο στρίφτης σε μεγάλο βαθμό, σε αντίθεση με την πίπα, όπου ο καπνιστής έχει την απόλυτη ευθύνη για το πακετάρισμα. Επίσης, τίθεται και ένα ζήτημα υγρασίας. Δηλαδή, τα πούρα μου αποδίδουν σχετικά εύκολα. Αντίθετα, το κάπνισμα της πίπας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, όσο χαλάει ο καιρός. Το στέγνωμα του καπνού, αλλά και η ξεκούραση της πίπας έχει αρχίσει να γίνεται άκρως χρονοβόρα διαδικασία. Αν σκεφτείς και ότι πετρέλαιο φέτος καίμε με το σταγονόμετρο, θα καταλάβεις ότι το σπορ γίνεται αρκετά πιο σύνθετο. 

Τεσπα, όπως και να'χει έρχονται γιορτές και ενδέχεται να κάψουμε 2-3 καλά κουβανέζικα ("λόγω της ημέρας"). Και δυο δαχτυλάκια Maker's Mark. Και ένα καλομαγειρεμένο φαγητό. Πέραν των αυτονόητων ευχών, αυτά οφείλει κανείς να τα διατηρήσει όσο μπορεί. Και ναι, αυτά τα υλικά αγαθά αποτελούν στοιχεία κουλτούρας. Ακούς, μικρέ μου baboon;

Smoke in Peace

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Δοκιμές σε άγνωστα νερά







Προσφάτως έκανα ένα ταξιδάκι στο San Fransisco για δουλειά. Αρκετά ενδιαφέρον. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ στις Κολλημένες Πολιτείες. Απότομες ανηφόρες και κατηφόρες, γραφικά τραμ, ουρανοξύστες, σποραδικά γκέτο, Burger των $30 στο ξενοδοχείο, Downtown με κουστουμάτους και άστεγους δίπλα-δίπλα, υποχρεωτικό tip, αντικαπνιστικό μίσος, China Town, Hardrock Cafe στο Pier 39, Telegraph Hill, η νίκη των Giants και οι πανηγυρισμοί μέχρι το πρωί, ιταλικά εστιατόρια με spaghetti with meatballs και pizza, cable TV, πυροσβεστικά να τρέχουν όλο το 24ωρο, Starbucks σε κάθε τετράγωνο, η Golden Gate Bridge και μια ομίχλη που θύμιζε τόσο πολύ τη Gotham City του Νόλαν. Αυτά τα λίγα μέσα σε τρεις μέρες παραμονής και αναχώρηση με τη βεβαιότητα ότι αυτή η χώρα δύσκολα σηκώνει έναν Βαλκάνιο σαν εμένα. Καπάκι μετά την επιστροφή, είδα το Killing them softly με την εξαιρετική ατάκα: "America's not a country, it's a business. Now fucking pay me". 

Έψαξα αρκετά κάποιο tobacco store για να αγοράσω καπνό πίπας, αλλά ματαίως. Δοκίμασα όμως moist snuff (ή αλλιώς dipping tobacco). Άθλια πρώτη εντύπωση. Την ημέρα του γυρισμού πήγα στο αεροδρόμιο του SF με τη βεβαιότητα ότι θα βρω καπνό πίπας στα duty free. Αλλά ούτε εκεί βρήκα τίποτα. Έχοντας πλέον καπνο-καταναλωτική μανία, ήθελα κάτι να αγοράσω. Και πήγα στο ράφι με τα πούρα. Πήρα μια κούτα Partagas και πήγα στο ταμείο (μαζί με ένα κάρο άλλα πράγματα). Αλλά εκεί οι κάρτες δεν περνούσαν. Μου είπαν ότι επειδή ο τυφώνας χτύπησε τη Νέα Υόρκη, πάγωσαν κάποιες διεθνείς συναλλαγές, αλλά δεν κατάλαβα τελικά το γιατί. Οπότε, άφησα όλα τα καλούδια στο ταμείο και επιβιβάστηκα. 

Σταματήσαμε στο Λονδίνο για να αλλάξουμε πτήση. Εκεί αποζημιώθηκα κάπως. Είμασταν πλέον στην Ευρώπη, οπότε οι κάρτες ήταν και πάλι λειτουργικές. Πήγα στο cigar shop και μίλησα με μία ευγενέστατη Εγγλέζα που ήξερε πέντε πράγματα για τα καπνά. Δυστυχώς οι τιμές ήταν αρκετά υψηλότερες σε σχέση με τις ΗΠΑ, οπότε περιορίστηκα αρκετά στις αγορές. Αλλά και πάλι, δεν μπορώ να πω ότι είμαι δυσαρεστημένος. Πήρα μία κούτα Santa Damiana Robustos, μία κούτα με Cigarillos Montechristo και ένα Bourbon Maker's Mark. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, αγόρασα και άλλα 5 πούρα, 3 Romeo y Julitea και 2 Partagas. Από εκεί και πέρα, έχει ξεκινήσει σιγά-σιγά ένα νέο πάθος. Άρχισα να ψάχνω στο διαδίκτυο για το θέμα και να μαθαίνω τα βασικά. Τώρα αναζητώ έναν υγραντήρα και άλλα πούρα για τις πρώτες δοκιμές, ώστε να ξεκινήσει σταδιακά η συλλογή.

Παλαιότερα δεν μου άρεσαν τα πούρα ούτε το ουίσκι. Σνόμπαρα και λίγο το lifestyle. Αλλά τα κλισέ ποτέ δεν είναι καλό πράγμα. Ο καπνιστής πίπας δεν είναι αυτόματα κουλτούρας ή διανοούμενος. Έτσι και ο cigar aficionado δεν είναι ο νεόπλουτος που ανάβει με zippo το υπερμεγέθες cohiba, πίνοντας υπερκοστολογημένο Black Label σε clubάκι της κακιάς ώρας. Η παθιασμένη ενασχόληση με τέτοιου τύπου υλικά αγαθά δεν είναι φιγούρα, αλλά ευγενές βίτσιο. 
  










 








Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Chris Asteriou

Έχει πλάκα όταν γράφεις ένα ελληνικό όνομα με λατινικούς χαρακτήρες. Άλλες φορές έχει νόημα και άλλες όχι. Στην προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι έχει. Δεν μιλάμε για ξεπεσμένο executive- (μετά την παύλα συμπληρώστε ό,τι θέλετε, καθώς όλα ακούγονται πιο επαγγελματικά μετά τη μαγική λέξη) που τυπώνει δίγλωσσες κάρτες για να τις μοιράσει στα πανηγύρια. Μιλάμε για την ανάδυση ενός επαγγελματία μέσα από πολλά κιλά briar dust. Το γλυκερό εν προκειμένω είναι αληθές. Ο Αστερίου ήταν χομπίστας για πολλά χρόνια. Και έφτιαχνε τις πίπες του με πρωτόγονα μέσα. Σε κάποια φάση ξέφυγε. Αν και άργησε λίγο, ευτυχώς κάποια στιγμή το κατάλαβε και το είδε πιο σοβαρά. Έφαγε πολύ χρόνο και χρήμα και εν τέλει ξεκίνησε να φτιάχνει πίπες επαγγελματικά. Ο όρος "επαγγελματικά" χρησιμοποιείται εδώ λίγο καταχρηστικά, μιας και τώρα ξεκινά επί της ουσίας την καριέρα του. Ο όρος χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει μέγιστη προσοχή στη λεπτομέρεια και στόχευση στην κατασκευή ενός άρτιου αισθητικά και λειτουργικά καπνιστικού εργαλείου. Μετά από επίπονη σπουδή στην αγγλική σχολή, πέρασε στο δανέζικο σχέδιο. Κάπου στην πορεία βρήκε ένα από τα χαρακτηριστικά του σχέδια, επαναφέροντας στο προσκήνιο την οικογένεια των pencil shank μπιλιάρδων, κάτι που λείπει από την αμερικανική νεοκουλτούρα της κατασκευής πίπας, η οποία αναλώνεται κυρίως σε chubby-like, υπεραμμοβολισμένα group 5+ κομμάτια. Η ενασχόλησή του με το μπαμπού είχε σαν αποτέλεσμα εξαιρετικές δημιουργίες στα χνάρια του S. Ivarsson. Και επειδή έχω βίδα με τα δανέζικα acorns, χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω τέτοια κομμάτια φτιαγμένα από έναν Έλληνα δημιουργό. Και ας σταθούμε λίγο σε αυτό το τελευταίο: Ο Χρήστος ζει, εργάζεται και καπνίζει στην Ελλάδα. Σε μία χώρα με ελάχιστα ερεθίσματα σχετικά με το σπορ. Είναι προς τιμήν του, λοιπόν, το ότι κατάφερε να σπάσει το τσόφλι της εγχώριας αγοράς και νοοτροπίας. Και για να μη νομίσετε ότι αποθεώνεται ένας δημιουργός χωρίς έρεισμα, αλλά μόνο βάσει προσωπικής συμπάθειας, ας περάσουμε σε χειροπιαστά πράγματα:

Το flickr του Χρήστου: http://www.flickr.com/photos/54290099@N03/sets/72157625035835024/

Η σελίδα του στο smokingpipes.com, ένα από τα μεγαλύτερα διαδικτυακά καταστήματα με πίπες και καπνούς: http://www.smokingpipes.com/pipes/new/chris-asteriou/index.cfm (ας σημειωθεί εδώ ότι η τιμολόγηση έγινε από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος και ότι δύο από τις πίπες του πουλήθηκαν λίγες μέρες μετά την ανάρτησή τους - φυσικά ουδεμία εμπορική σχέση έχω με το κατάστημα, αλλά ούτε και με τον δημιουργό).

Και, τέλος, το blowfish που αγόρασα από την πρόσφατη έκθεση πίπας που έκαναν οι Κυριαζάνος-Αστερίου. Η φωτογραφία είναι του Χρήστου.



Δεν θα αναλωθώ σε περαιτέρω καλά λόγια και συγχαρητήρια. Αυτά είναι μάλλον αυτονόητα. Πέρα από τις φιλοφρονήσεις, αυτό που μπορεί να πει κανείς, είναι ότι έγινε ένα σημαντικό βήμα. Μπράβο, Χρήστο.

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

7 Αυγούστου στην Αθήνα

Δεν υπάρχει κεντρικό θέμα εδώ. Απλά κάτι σαν "αγαπημένο μου ημερολόγιο". Το γιατί έχει να κάνει με τον κλάδο της κλινικής ψυχολογίας και καθείς είναι ελεύθερος να το ψάξει (θα λάβω σοβαρά υπόψιν όλες τις διαγνώσεις - παρακαλώ να παραμείνετε στον άξονα ΙΙ). Λοιπόν, έχουμε και λέμε. 

Δεύτερη φορά που μουχλιάζει καπνός μου. Και καλά, την πρώτη ήταν ένας Presbyterian φρεσκοαγορασμένος (ανάθεμα κι αν κατάλαβα γιατί μούχλιασε). Αυτή τη φορά ήταν ένας Bayou Morning παλαιωμένος για περίπου 3 χρόνια. Σκατά. 

Μια μικρή αποκάλυψη ήταν ο Virginia Squire του Patton (η συνταγή δική του, αλλά ο blender είναι ο Rich). Φρέσκος ήταν αδιάφορος και το άρωμά του απωθητικό (με μία ξεθυμασμένη ξιδίλα). Έναν χρόνο και κάτι μετά, η χορταρίλα της VA είναι εκεί. Μαλάκωσε και γλύκανε, ενώ το χοντρό του κόψιμο είναι ότι πρέπει για κάπνισμα μέσης διαρκείας. Το πρώτο μπωλάκι ήταν πριν λίγο σε μία Stanwell brass band 190. Η δεύτερη δοκιμή γίνεται τώρα σε μία Stanwell Nana2 με φίλτρο. Δεν είναι ο καλύτερος καπνός του κόσμου, αλλά είναι μεγάλη η διαφορά που επεφερε η παλαίωση. 

Αγόρασα τη δεύτερη "artisan pipe" της συλλογής μου. Θα μπορούσαμε να συζητάμε με τις ώρες για ταξινομήσεις πιπών και τον ορισμό του artisan pipemaker. Αλλά δεν είναι της παρούσης. Με βάση τα προσωπικά μου κριτήρια, το P του Peter Heeschen ήταν η πρώτη artisan pipe. Το blowfish του Chris Asteriou είναι η δεύτερη. 

Άνοιξα -επιτέλους- την τρίτη ποιητική συλλογή του Δ. Μουζάκη, "Αυτάρεσκη Σιωπή". Και όπως ακριβώς μου συνέβη και στην προηγούμενη, τον "Υδροβάτη", κόλλησα στο πρώτο κείμενο. Λέγεται "Ο Τοίχος" και τα σπάει. Τόνοι συγκίνησης και ανατριχίλας.

Είναι Αύγουστος και δεν μπορώ να δουλέψω με τίποτα.

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Δύο ανεξάρτητες παρατηρήσεις

Σπασμένα φιδίσια αυγά και ομελέτες με τυρί. Αυτή είναι η εναρκτήρια εικόνα (ή σκέψη για να μπούμε στο μάτι των αδαών που μιλάνε για τη γλώσσα ωσάν να μιλάνε για τον μεγάλιθο - εθελοντές κομπάρσοι πίθηκοι που ουδεμία σχέση έχουν με τους συμπαθείς και ευφυέστατους χιμπατζήδες). Είναι πολύ ενδιαφέρον το πόσο εύκολα μεταδίδεται ένα τηλεοπτικό-δημοσιογραφικό μιμίδιο. Επί της ουσίας, κύριοι, διότι η λογοτεχνία δεν σας πάει και οι καιροί των ποιητών έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τα υπόλοιπα είναι απλώς μεγάλα λόγια. Και οι επαναστάτες ουδέποτε τσίριζαν. Ούτε γαμούσαν πτώματα ποτέ. 

Η δεύτερη σκέψη έχει να κάνει με ένα ατυχές περιστατικό που κάπου πρέπει να το πω και τώρα βαριέμαι να σκάψω λάκκο - άσε που δεν ξέρω ποιος στο τέλος αποκτά αυτιά γκαγκάρου. Αναρτήθηκε μία αγγελία στο smokersforums (το γνωστό διαδικτυακό forum) και ως καλόπιστος έστειλα τα χρήματα μέσω paypal στον πωλητή ως αντίτιμο για αντικείμενα σχετικά με την καπνοσύριγγα. Πέρασαν αρκετές μέρες, μέχρις ότου να ξανακάνω login. Κανένα πακέτο, κανένα email, κανένα προσωπικό μήνυμα. Και όταν ξαναμπήκα στο forum, ο λογαριασμός του χρήστη ήταν πλέον νεκρωμένος - φαντάζομαι από κάποιον διαχειριστή. Ξαναέστειλα μήνυμα στον πωλητή. Τίποτα. Οπότε κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκείνος, το όνομα του οποίου (τουλάχιστον στη διαδικτυακή κοινότητα) είναι Kyle Black, μου έφαγε τα λεφτά. Συγκεκριμένα, $130, τα οποία με την τότε ισοτιμία ήταν €100 και κάτι ψιλά. 

Ok, κάτι έχω διαβάσει για την εξαπάτηση σε συνάρτηση με την ανθρώπινη φύση, κυρίως σε εγχειρίδια και εκλαϊκευμένα βιβλία (πώς μου τη σπάει ο όρος "εκλαϊκευμένα"!) του ευρύτερου πεδίου της εξελικτικής βιολογίας. Το πρώτο συμπέρασμα είναι το προφανές: είμαι ο μαλάκας που την πάτησε. Αλλά υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση και παρακαλώ πολύ τον Constantin να κατεβάσει την καρέκλα από τον τοίχο, από τη στιγμή που στο σπίτι αυτό δεν κατοικούν φρενοβλαβείς ή καννίβαλοι. Σε αυτήν τη δεύτερη ανάγνωση, λοιπόν, αναρωτιέμαι: πόσο αξίζει η αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου; Διότι αν η τιμή δεν ξεπερνά τα $130, τότε κάτι δεν πάει καλά. Ξεφτίλα.