Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Μικρές ιστορίες

Κοίταζα ένα σετάκι στο ebay και από τις τρεις μου άρεσε περισσότερο η μία. Αυτή ήταν που είχε και το crack στο shank. Έχει ενδιαφέρον το πόσες (αλλά κυρίως το ποιες) πίπες βρίσκεις σε άριστη κατάσταση στην αγορά των estates. Και αναρωτιέμαι το γιατί τελικά αυτές οι πίπες πουλήθηκαν. Κάπνιζαν άσχημα? Ο πρώην ιδιοκτήτης αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα? Έκοψε το κάπνισμα? Ή τελικά αντιμετώπιζε το σπορ της συλλογής ως επένδυση, με τον ίδιο τρόπο που ο χρηματιστής αγοράζει και πουλά αέρα?

Βέβαια, στην περίπτωση της πίπας, αέρα δεν βρίσκει κανείς. Ίσως λίγο καπνό, αλλά σκέτο αέρα όχι. Αν και κατά περιόδους σκέφτομαι ότι η μεταπωλητική αξία της πίπας έχει κάποια σημασία, δεν μπορώ να δω τη συλλογή ως επένδυση. Δεν έχω στην κατοχή μου, άλλωστε, ούτε μία πίπα που να στέκεται ως "συλλεκτική" με βάση τα αυστηρά κριτήρια των καθιερωμένων συλλεκτικών κύκλων. Το αν μια μέρα θα γίνω νομάρχης, βέβαια, θα το δείξει κι ο καιρός. Πάμε όμως πάλι στη μεταπωλητική αξία. Νομίζω πως έχει νόημα να την αναλογίζεται κανείς όταν αγοράζει μία πίπα που στοιχίζει πολλά τάλαρα. Διότι μπορεί να αποφασίσει κάποια στιγμή να την πουλήσει. Κι εδώ προκύπτουν διάφορα ζητήματα. Παραθέτω δύο παραδείγματα όπου το αγοραστικό κοινό καθίσταται περιορισμένο. Στην πρώτη περίπτωση, μιλάμε για τις λεγόμενες ultra high end. Είναι σχετικά λίγοι εκείνοι που έχουν τα χρήματα να αγοράσουν μία τέτοια πίπα. Και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που προτίθενται να διαθέσουν ένα τέτοιο ποσό "για ένα κομμάτι ξύλο". Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε τους νεοεισαχθέντες στον χώρο του καπνοσυριγγισμού τεχνίτες. Αυτοί είναι συνήθως τεχνίτες που έχουν φτιάξει λίγα κομμάτια και βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους. Για κάποιον λόγο, έχουν αρχίσει να γίνονται γνωστοί στους πιπικούς κύκλους. Αυτό είναι τόσο εύκολο όσο και δύσκολο, μέσω του διαδικτύου (αν αφιερώσει κανείς μία μέρα να ψάξει, θα διαπιστώσει ότι οι ανεξάρτητοι κατασκευαστές που διατηρούν ιστοσελίδα είναι πολύ περισσότεροι απ' όσο φαντάζεται). Οι τιμές τους ξεκινούν από $200 και πάνε λέγοντας (πάνε φτιάξε και κάνα καφέ, μια που το'φερε η κουβέντα). Κάποιοι από αυτούς εξελίσσονται και καθιερώνονται. Οι περισσότεροι όμως, καλώς ή κακώς, κάνουν την περασιά τους και από δω παν' κι άλλοι. Και οι κάτοχοι των πιπών τους, έχουν πλέον κομμάτια με εξαιρετικά χαμηλή μεταπωλητική αξία, αναλογικά με τα χρήματα που έδωσαν για να αποκτήσουν τις πίπες καινούριες.

Γενικά, όμως, μιλώντας και ξεφεύγοντας λίγο από το οικονομικό ζήτημα, αναρωτιέμαι συχνά για την ιστορία ενός estate κομματιού. Από πόσα χέρια μπορεί να πέρασε, ποιοι την κάπνισαν και γιατί πουλήθηκε μία, δύο ή περισσότερες φορές. Πώς έγινε αυτό το crack στο shank και πώς αντέδρασε ο καπνιστής της. Στεναχωρήθηκε καθόλου ή ψέλλισε "στ' αρχίδια μου"? Ποιοι καπνοί είναι εκείνοι που άφησαν τα αποτυπώματά τους στο μπωλ της (αυτά που προσπαθώ να βγάλω με τη βία, χρησιμοποιώντας αλάτι και οινόπνευμα τώρα)? Πώς έγινε αυτή η μεγάλη γρατζουνιά στο μπωλ που κάθε φορά που την καπνίζω μου σπάει τα νεύρα? Και κάποιες φορές που τεμπελιάζω, σκέφτομαι και τον τεχνίτη. Έχω μία ακάπνιστη Stanwell silhouette των αρχών του '80. Προσπαθώ να φανταστώ τον τεχνίτη να τη φτιάχνει στο Borup και να τρέμει λίγο το χέρι του, καθώς μεταχειρίζεται το ελεφαντόδοντο. Ή να περνά τη μαύρη βαφή και να την αφήνει να στεγνώσει, λίγα λεπτά πριν τελειώσει η βάρδια του. Και, τέλος, την ίδια την πίπα να σκονίζεται στο ράφι ενός καταστήματος, μέχρι αυτό να κλείσει και να την πακετάρουν μαζί με τα υπόλοιπα. Μετά από χρόνια, κάποιος βρίσκει ένα παλιό κιβώτιο και αποφασίζει να πουλήσει το περιεχόμενό του στο ebay. Κι ένας τύπος από την Ελλάδα κάνει το υψηλότερο bid 5 δευτερόλεπτα πριν κλείσει η δημοπρασία και κερδίζει. Η πίπα πακετάρεται εκ νέου και ταξιδεύει μέσα σε ένα άλλο κιβώτιο (πιο μικρό αυτή τη φορά και πριβέ) από τη Γερμανία στη χώρα μας. Και τελικά, η πίπα παραμένει ακάπνιστη, προφυλαγμένη μέσα στο αυθεντικό πουγγί της, για να ολοκληρωθεί το αστείο που κρατά περίπου 30 χρόνια.

Μέσα στη γλυκερή ατμόσφαιρα αυτής της ανάρτησης, σπάω το κεφάλι μου για να βρω κάποια ποιητική παρομοίωση που να ταιριάζει στο γενικότερο μελό κλίμα. Αναρωτιέμαι αν μπορώ να μιλήσω για πουτάνες. Αλλά η πίπα δεν έχει βούληση και σε κάποιες περιπτώσεις πληρώνεται άπαξ στη ζωή της για δυνητικά άπειρα γαμήσια. Ως ερωμένη δεν μπορώ να τη δω, αν και η εν λόγω παρομοιώση φοριέται πολύ από καπνιστές με έντονο ποιητικό οίστρο. Τις ερωμένες συνήθως δεν τις αγοράζεις, οπότε επιστρέφουμε (if __ then go to __) στην πρώτη εναλλακτική, αυτήν της πουτάνας, η οποία έχει ήδη απορριφθεί. Ο όρος "σκλάβα" φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα, αλλά και πάλι κάτι δεν μου κάθεται καλά. Από τη μία, κινδυνεύει κανείς να κατηγορηθεί για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή, το λιγότερο, για οπισθοδρόμηση και από την άλλη, οι πίπες συνήθως δεν σπέρνουν χωράφια και δεν πλένουν τα πιατικά. Πολλοί αποκαλούν τις πίπες παιδιά τους, αλλά αυτό το βρίσκω αδόκιμο, αφού αφενός δεν τις έχουν δημιουργήσει αυτοί και αφετέρου δεν νομίζω να θέλει κάποιος να βάζει φωτιά στους απογόνους του, εκτός κι αν μιλάμε για ψυχοπαθολογία ή κάποιον θρησκευτικό μύθο.

Καταλήγω, λοιπόν, στο να μην κάνω χρήση παρομοίωσης, δεδομένης της πνευματικής μου ένδειας, αφού δεν μπορώ να βρω την αρμόζουσα. Οι πίπες μας συντροφεύουν, αλλά δεν είναι σύντροφοι. Είναι αντικείμενα που φροντίζουμε, που τα συνδέουμε με γεγονότα και που μας προσφέρουν απόλαυση. Αντικείμενα που φέρουν στοιχεία τέχνης και τεχνολογίας. Ανθεκτικά εργαλεία καπνίσματος, που διευρύνουν το φάσμα της απόλαυσης σε περισσότερες της μιας αισθήσεις. Μικρά πάθη, τα οποία κρύβουν μικρές ή και μεγάλες ιστορίες.
        

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Τέλος εποχής



Αναρωτιέμαι αν μπορεί κανείς να ορίσει το τέλος ή το σημείο καμπής. Ή, τέλος πάντων, ένα από τα ενδεχόμενα σημεία καμπής. Το δύσκολο εδώ είναι ότι πρέπει να έχει ο επίδοξος ιστοριογράφος μία κάποια βεβαιότητα. Εναλλακτικά, μπορεί να τα καταφέρει όντας αφελής και ζώντας στην ψευδαίσθηση της γνώσης. Κι ενώ οι αυθεντίες ψάχνουν ερείσματα σε πλήθος επιφάσεων, ο παρατηρητής παραδέχεται το πάθος του και πλέον επιθυμεί να γνωρίζει

Και επειδή το θέμα είναι δύσκολο και βαριέμαι, επιλέγω ξανά την εύκολη οδό του τεμπέλη: χωρίς ούτε καν υποψία σημείου αναφοράς και με καμία αξίωση για σοβαρότητα στα λόγια μου. Ε, λοιπόν, είμαι πολύ άτυχος. Διότι δεν πάει πολύς καιρός που απέκτησα το πάθος του καπνοσυριγγισμού. Κι ενώ στην αρχή με καύλα εφήβου έπεσα με τα μούτρα, προσπαθώντας να γνωρίσω τα πάντα, προσφάτως έλαβε χώρα η πρώτη στάση. Είναι ωραίες οι στάσεις αυτές. Σαν να τελειώνεις ένα έργο και να το βάζεις στο συρτάρι. Σαν να σου σπάει τ'αρχίδια ο γείτονας τόσο πολύ πλέον, ώστε καρφάκι να μη σου καίγεται όταν στον διάδρομο φάτσα με φάτσα δεν τον χαιρετάς (κακή ανάμνηση και η αμηχανία στον σιωπηρό δίκλινο ανελκυστήρα). Είναι, θα έλεγε κανείς, μία μορφή ανακούφισης. Ε, την πρώτη φορά που μου συνέβη στην καπνιστική μου πορεία, ήταν με τις Stanwell. Την πρώτη φορά, πριν 4 χρόνια, που κάπνισα ένα καινούριο 207 DeLuxe, κατάλαβα πολλά. Ότι η πίπα παίζει ρόλο στην ποιότητα του καπνίσματος, ότι όλες οι πίπες δεν είναι ίδιες, ότι πολλές πίπες αξίζουν τα λεφτά τους (που τότε φαίνονταν πολλά), ότι υπάρχουν διακριτές κατηγορίες που ανταποκρίνονται στην τιμή, την ποιότητα κατασκευής και γενικά στην απόδοση, ότι η αγορά μιας πίπας δεν είναι πάντα λαχείο, ότι το logo δεν αφορά μόνο στο marketing και άλλα πολλά, τα οποία συμπλέκονται με κατοπινές εμπειρίες, διαπιστώσεις και επιβεβαιώσεις.

Στη μικρή αυτή πορεία, λοιπόν, εξέτασα και άλλα ενδεχόμενα. Πιο συγκεκριμένα, δύο άλλες σχολές: την ιταλική και την αγγλική. Εν τέλει, αυτή που πήρε την πρώτη θέση στις προτιμήσεις μου είναι η δανέζικη σχολή. Και εκεί προέκυψε το πρόβλημα, αυτή τη φορά οικονομικής φύσεως. Η δανέζικη σχολή δεν έχει αρκετά ανεπτυγμένο το κομμάτι μεταξύ των "mid range" και των "high end", δηλαδή καλοφτιαγμένες χειροποίητες πίπες με χαρακτήρα και καλές καπνιστικές ιδιότητες σε εύρος τιμής $100-$300, όπως συμβαίνει με άλλες σχολές (τρανό παράδειγμα οι Ιταλοί). Οπότε αναγκαστικά οι επιλογές είναι περιορισμένες, λόγω μικρού budget. Οι Stanwell (και ειδικά οι παλαιότερες) είναι μια καλή λύση για να αποκτήσει κανείς κλασικά δανέζικα σχέδια, χωρίς να διαθέσει πολλά χρήματα. 


Κάπως έτσι μπορώ να περιγράψω, λοιπόν, την προαναφερθείσα στάση. Βρήκα μία εταιρεία της οποίας οι πίπες μου αρέσουν, καπνίζουν καλά (σταθερή ποιότητα) και οι τιμές τους είναι εντός των δυνατοτήτων μου. Και μόλις απέκτησα έναν κάποιον προσανατολισμό στη συλλογή μου, η εταιρεία κλείνει! Ναι, ok, δεν έκλεισε, απλά μεταφέρθηκε. Αλλά το κλείσιμο στο μυαλό μου δεν έχει να κάνει με την επωνυμία, αλλά με την εποχή (ή αν θέλετε την περίοδο - επί της ουσίας προσπάθειες μετάφρασης της λέξης "era"). Προχωρώντας λίγο παρακάτω, διαπιστώνω ότι το τέλος αυτής της περιόδου επί της ουσίας σφραγίστηκε με τη μεταφορά του εργοστασίου, αλλά ήταν εν εξελίξει εδώ και αρκετό καιρό. Βλέποντας κανείς τις σειρές hypnotic, mojo, easy pipe, vibe harslof, αλλά παράλληλα διαβάζοντας και τις πρόσφατες συνεντεύξεις του γενικού διευθυντή της εταιρείας (μιλάμε για τα τελευταία 3-4 χρόνια), κατανοεί πλήρως περί τίνος πρόκειται. "Αλλαγή προφίλ" λέγεται αυτό στη γλώσσα τους και μπορεί να είναι δικαιολογημένο. Οι άνθρωποι πρέπει να βγάλουν το ψωμί τους. Το αν αξίζει να μετατρέψεις τη θρυλική εργοστασιακή δανέζικη πίπα σε fashion item για να επιβιώσεις, είναι μία άλλη συζήτηση. Όπως και να έχει, αυτό αποτελεί την πραγματικότητα. Στον κόσμο όπου η παραγωγή και η κατανάλωση ανεβάζουν συνεχώς ταχύτητες, το shape 30 του Ivarsson μεταποιείται για να γλιτώνει ο παντογράφος μερικά λεπτά. Μπορεί να διαβάζει κανείς και να σκέφτεται "να κι άλλος ένας γερασμένος μαλάκας πριν την ώρα του που πάτησε τα 30 και νομίζει ότι κάτι ξέρει". Να σου πω κάτι, φίλε? Χέστηκα για τα κλισέ και τα συμπλέγματά σου. Το internet και το μετρό τα θέλω γρήγορα. Το μαγικό μηχάνημα που ξερνάει μία πίπα το δευτερόλεπτο δεν με ενδιαφέρει. Αλλά δεν είναι αυτό το κύριο ζήτημα. Κάτι άλλο είναι που με καταθλίβει. Έχω πάλι αυτήν την αίσθηση ότι δεν ανήκω στο πλαίσιο των συγκεκριμένων συγκυριών. Είμαι ξεπερασμένος κι εγώ και τα γούστα μου. Ζω σε μία εποχή που το κάπνισμα είναι ποινικοποιημένο. Η πίπα δε, αντιμετωπίζεται ως αξεσουάρ παππούδων ναυτικών, νεόπλουτων φιγουρατζήδων ή και καλά καλλιτεχνών κουλτούρα να φύγουμε. Τελείως ασύμβατη, λοιπόν, με το σουλούπι μου, τα χούγια μου και την ηλικία μου. Και σε αυτό το παντελώς επιδερμικό και βαθιά ηλίθιο πλαίσιο, αναζητώ χώρο. Και τον βρίσκω τελικά σε διαδικτυακά fora, παρέες ή κατασκευαστές που μοιράζονται το ίδιο πάθος. Που πονάνε και σέβονται το αντικείμενο. Όταν, λοιπόν, αυτοί οι κατασκευαστές αποφασίζουν να "αλλάξουν το προφίλ της εταιρείας τους για να προσεγγίσουν νέο κόσμο", εγώ ακούω τη λέξη "ξεπούλημα". Και το γνωρίζω εκ των προτέρων ότι είμαι άδικος και εγωιστής και κανένα δικαίωμα δεν έχω να το υποστηρίξω αυτό. Αλλά δεν το υποστηρίζω. Απλά, ο συνειρμός είναι κάτι το αναπόφευκτο. Και ζητώ συγγνώμη προκαταβολικά, καθώς κατανοώ πλήρως το ότι τα χρήματα έχουν σαφώς υψηλότερη θέση από την οποιαδήποτε παράδοση. Όχι γιατί έτσι είναι το σωστό, αλλά γιατί απλά έτσι είναι


Κάπως έτσι (και πολύ περιφραστικά, ίσως και φλύαρα) σηματοδοτείται στο δικό μου το μυαλό αυτό το τέλος εποχής. Οι ιταλικές Stanwell είναι πλέον ευρέως διαθέσιμες στα ράφια. Τα πυροτεχνήματα της μοδός έχουν κατακλύσει τη διαδικτυακή αγορά. Η τελευταία προσπάθεια αναβίωσης είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία κακέκτυπων φαντασμάτων των σχεδίων του '60. Και όποιος θέλει να αποκτήσει ένα acorn του Ivarsson, πρέπει να ψάξει πλέον στο ebay, αλλά κι εκεί οι τιμές τσίμπησαν αρκετά (εδώ, φυσικά, φαίνεται σε όλο του το μεγαλείο ο παραλογισμός της αγοράς, αφού το συγκεκριμένο σχέδιο στην παλιά του μορφή δεν ήταν διαθέσιμο εδώ και χρόνια). 


Μέσα σε αυτήν την ιστορία και τώρα πλέον που η μετάβαση είναι προφανής (ίσως λόγω δικής μου εμπειρίας, ίσως λόγω της πραγματικής μετάβασης ή ίσως να παίζουν λίγο και τα δύο), τα γούστα μου παγιώθηκαν στην περίοδο 1940-1980. Και κατάφερα σε αυτό το διάστημα των αλλαγών να μαζέψω μια μικρή συλλογή από Stanwell, που καλύπτουν την περίοδο 1940κάτι μέχρι και το 2010. Τα κομμάτια αυτά τα χαίρομαι, για την αισθητική τους, την απόδοσή τους, αλλά και για αυτό που αντιπροσωπεύουν: την καλή mid range δανέζικη πίπα. Και πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα στο μέλλον θα υπάρξει κάτι ανάλογο. 


Τέλος εποχής, κύριοι. Δεν είμαστε ευπρόσδεκτοι εδώ.                  

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Οριακές καταστάσεις

Διάβασα αυτό. Και ύστερα ανέλαβε η φαντασία μου:

Είσαι έξω από την εταιρεία, ένα τεταρτάκι πριν τη συνέντευξη. Τελευταία τζούρα και μπαίνεις μέσα. Περιμένεις στην αίθουσα αναμονής και μετά από λίγο σε καλούν μέσα. Αφού ένας μπουρτζόβλαχος wannabe CEO σου εξηγεί τη θεωρία περί σταθερότητας (στμ: μη σταθερό ωράριο/σταθερός μισθός), σου δίνει ένα κυπελλάκι και χαμογελώντας σου δείχνει το δωματιάκι στα αριστερά. Κι εσύ τη βγάζεις έξω και κατουράς στα μούτρα του. 

Εδώ είναι Βαλκάνια, μίστερ. 



Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Τι καταλαβαίνει ένας καπνιστής πίπας διαβάζοντας Popper


Πριν αρκετό καιρό αγόρασα μία Castello. Και το καταχάρηκα. Η πρώτη μου Castello! Επιτέλους θα δω από πρώτο χέρι τι είναι αυτό που οι καπνιστές πίπας θεωρούν κορυφαία ιταλική χειροποίητη πίπα. Όταν την πήρα στα χέρια μου, ενθουσιάστηκα με την ποιότητα κατασκευής. Μέχρι που εξέτασα τον αεραγωγό. Σκαλοπάτι στο shank, το οποίο έχει περίπου έναν πόντο μήκος. Η διατομή μειώνεται απότομα και στο bit δεν ξεπερνά τα 2mm. Και το slot ρηχό, χωρίς να θυμίζει σε τίποτα χοάνη. Φτου! Τουλάχιστον να περνούσε εύκολα μάκτρο. Θα ήταν μία παρηγοριά για το όχι και τόσο άνετο τράβηγμα. 

Και έτσι προέκυψε το ερώτημα μέσα στο κεφάλι μου: είναι δυνατόν να βγάλεις συμπέρασμα για όλη την εταιρεία, δοκιμάζοντας μόνο μία πίπα της? Το ερώτημα φαντάζει ρητορικό, καθώς η προφανής απάντηση είναι "όχι". Τρώγονται χρόνια οι στατιστικοί για το τι πρέπει να κάνουμε τους outliers. Είναι ή (δεν πρέπει να) είναι κομμάτι της κατανομής? Κι αν χαλάνε την ανάλυση του δείγματος, πρέπει ντε και καλά να τους λάβουμε υπόψιν? Δεν μπορούμε απλά να τους αγνοήσουμε, διατηρώντας την κυριαρχία που μας εξασφαλίζουν οι μέσοι όροι των απέραντων πληθυσμών? Ναι, σαφώς μπορούμε και κάπως έτσι προχωρούν τα πράγματα. Οπότε το ζήτημα απλοποιείται και προκύπτει η εξής ερωταπάντηση: 
-Καπνίζουν καλά οι πίπες αυτής της εταιρείας? 
-Κατά γενική ομολογία άριστα, αλλά, όπως σε κάθε κανόνα, πρέπει να υπάρχουν κι εδώ εξαιρέσεις. 

Όμως το ζάρι δεν είναι συμβατικό, αλλά πολύεδρο με μη πεπερασμένο αριθμό εδρών. Υπάρχουν (ομολογουμένως λίγοι) που υποστηρίζουν με πάθος ότι τα group studies δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μιξεράκι που κονιορτοποιεί τις ατομικές διαφορές. Κι αν ψάξεις καλά, θα δεις ότι σε πολλά δείγματα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα το μέσο άτομο, γεγονός που καθιστά τον μέσο όρο μία τιμή αμφίβολης σημασίας. Θυμάμαι τον Whit να μιλάει για "proof of existence". Επίσης θυμάμαι ένα από τα λίγα πράγματα που μου έμειναν από τα μαθήματα φιλοσοφίας (όντως ελάχιστα τα χρήσιμα πράγματα που αποκόμισα από ατελείωτες ώρες παρακολούθησης): αρκεί ένα μόνο πείραμα για να καταρρίψει την υπόθεση, ασχέτως εάν αυτή υποστηρίζεται από χιλιάδες άλλα. Οπότε, η παραπάνω ερωταπάντηση, αναδιατυπώνεται ως εξής:
-Καπνίζουν καλά οι πίπες αυτής της εταιρείας? 
-Όχι
"Όχι", διότι ο όρος "οι πίπες αυτής της εταιρείας" αναφέρεται στο σύνολο της παραγωγής της. Και δεν καπνίζουν καλά όλες οι πίπες αυτής της εταιρείας. Πολλές μπορεί να καπνίζουν άριστα, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία. 

Εδώ χρειάζεται βέβαια μία υποσημείωση. Οι απαιτήσεις είναι πάντα ανάλογες με τη φήμη, αλλά κυρίως με την τιμή του εκάστοτε κομματιού. Όταν λοιπόν χρεώνει κανείς $300+ για μία πίπα, οφείλει να προσλάβει έναν κέρβερο για το quality control. Διότι, σε τελική ανάλυση, αυτό που αγοράζεις με αυτά τα λεφτά είναι πρωτίστως εγγύηση ποιότητας. 

Στο κάτω-κάτω της γραφής δεν με ενδιαφέρει το 99.7% της παραγωγής που αποδίδει άριστα. Εμένα μου τη σπάει που δεν περνάει το μάκτρο στη δική μου πίπα. Σε αυτήν την αγορά, δεν σε παίρνει να μιλάς για τυπικές αποκλίσεις.   

Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Ο καπνός μας βγήκε αριστοκράτης

Πριν ένα λεπτό άδειασα ένα μισογεμάτο μπωλάκι tudor castle. Όχι ότι δεν είναι καλός καπνός. Αντιθέτως, τον ανακάλυψα προσφάτως, χάρη σε ένα φίλο που μου τον έφερε γυρίζοντας από ταξίδι, και μπορώ να πω ότι μου έχει κάνει άριστη εντύπωση. Το μπωλάκι το πέταξα, διότι τον κάπνισα λανθασμένα. Ναι, γίνεται κι αυτό. Υπάρχει περίπτωση να φταίει ο καπνιστής. Κάτι αντίστοιχο είχα πάθει και παλιότερα, καπνίζοντας δεύτερο μπωλάκι του Dunhill Royal Yacht. Όσο κι αν φαίνεται περίεργο και τους δύο καπνούς τους κατατάσσω στην ίδια κατηγορία: καπνοί με casing που παραδόξως μου αρέσουν πολύ και καπνίζονται αποκλειστικά σε πίπες χωρίς φίλτρο group 4. Ένα άλλο κοινό στοιχείο τους είναι ότι απαιτούν έναν σχετικό σεβασμό για να καπνιστούν. Μη βαράτε οι γευσιγνώστες του καπνού. Όπως η Ardor Meteora καπνίζει αποκλειστικά VA/vaper flakes ούσα σαφώς μεγαλύτερη από group 5 (γεγονός απαγορευτικό σύμφωνα με τον γενικό μπούσουλα), έτσι και ο Tudor Castle μπαίνει στην ίδια κατηγορία με τον Royal Yacht. Αυτό λέγεται rotation, κύριοι, και είναι αυστηρά προσωπικό. 

Αλλά πάμε παρακάτω, στην ουσία των πραγμάτων. Υπάρχουν καπνοί εύκολοι, βολικοί, απλούστεροι. Υπάρχουν και οι άλλοι, οι σύνθετοι, οι πολύπλοκοι ή, αν θέλετε, οι αριστοκράτες. Αυτοί θέλουν σεβασμό, φροντίδα και προσοχή. Αν τους ζορίσεις, ξινίζουν τα μούτρα τους, ωσάν κακομαθημένο κωλόπαιδο που δεν του κάνουν το χατίρι. Και εδώ προκύπτει το ερώτημα: και γιατί να σπάω το κεφάλι μου και να καταβάλλω προσπάθεια για να καπνίσω έναν καπνό? Ο καπνιστής ευφραίνεται και ο καπνός υπηρετεί την απόλαυσή του. Έτσι πάει. Οπότε ο τσιμπουκόφρων δεν έχει καμία υποχρέωση να υποκύψει στα χούγια του καπνού. Σωστό? Τσου, λάθος. Το ζήτημα παραμένει πάντα η απόλαυσή μου. Σε πρώτη ανάγνωση μπορεί να φαίνεται ότι νταντεύω τον καπνό. Αλλά κατά την επανεξέταση (Constantin, κάτι έμαθα κι εγώ περί Gestalt), καθίσταται προφανές ότι αναζητώ με πάθος την απόλαυση. Διότι κάθε φορά που σέβομαι έναν καπνό αριστοκράτη, παίρνω σε αντάλλαγμα κορυφαίες καπνιστικές στιγμές. Και να στο πω κι αλλιώς, γιατί καλόμαθες με τα τσιμπούκια: δεν είναι όλοι οι καπνοί για ξεχαρμάνιασμα, μικρέ μου τσιγαρίστα. Οφείλεις να εντρυφήσεις περαιτέρω στην τέχνη της τεμπελιάς.