Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

Μικρές ιστορίες

Κοίταζα ένα σετάκι στο ebay και από τις τρεις μου άρεσε περισσότερο η μία. Αυτή ήταν που είχε και το crack στο shank. Έχει ενδιαφέρον το πόσες (αλλά κυρίως το ποιες) πίπες βρίσκεις σε άριστη κατάσταση στην αγορά των estates. Και αναρωτιέμαι το γιατί τελικά αυτές οι πίπες πουλήθηκαν. Κάπνιζαν άσχημα? Ο πρώην ιδιοκτήτης αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα? Έκοψε το κάπνισμα? Ή τελικά αντιμετώπιζε το σπορ της συλλογής ως επένδυση, με τον ίδιο τρόπο που ο χρηματιστής αγοράζει και πουλά αέρα?

Βέβαια, στην περίπτωση της πίπας, αέρα δεν βρίσκει κανείς. Ίσως λίγο καπνό, αλλά σκέτο αέρα όχι. Αν και κατά περιόδους σκέφτομαι ότι η μεταπωλητική αξία της πίπας έχει κάποια σημασία, δεν μπορώ να δω τη συλλογή ως επένδυση. Δεν έχω στην κατοχή μου, άλλωστε, ούτε μία πίπα που να στέκεται ως "συλλεκτική" με βάση τα αυστηρά κριτήρια των καθιερωμένων συλλεκτικών κύκλων. Το αν μια μέρα θα γίνω νομάρχης, βέβαια, θα το δείξει κι ο καιρός. Πάμε όμως πάλι στη μεταπωλητική αξία. Νομίζω πως έχει νόημα να την αναλογίζεται κανείς όταν αγοράζει μία πίπα που στοιχίζει πολλά τάλαρα. Διότι μπορεί να αποφασίσει κάποια στιγμή να την πουλήσει. Κι εδώ προκύπτουν διάφορα ζητήματα. Παραθέτω δύο παραδείγματα όπου το αγοραστικό κοινό καθίσταται περιορισμένο. Στην πρώτη περίπτωση, μιλάμε για τις λεγόμενες ultra high end. Είναι σχετικά λίγοι εκείνοι που έχουν τα χρήματα να αγοράσουν μία τέτοια πίπα. Και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που προτίθενται να διαθέσουν ένα τέτοιο ποσό "για ένα κομμάτι ξύλο". Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε τους νεοεισαχθέντες στον χώρο του καπνοσυριγγισμού τεχνίτες. Αυτοί είναι συνήθως τεχνίτες που έχουν φτιάξει λίγα κομμάτια και βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους. Για κάποιον λόγο, έχουν αρχίσει να γίνονται γνωστοί στους πιπικούς κύκλους. Αυτό είναι τόσο εύκολο όσο και δύσκολο, μέσω του διαδικτύου (αν αφιερώσει κανείς μία μέρα να ψάξει, θα διαπιστώσει ότι οι ανεξάρτητοι κατασκευαστές που διατηρούν ιστοσελίδα είναι πολύ περισσότεροι απ' όσο φαντάζεται). Οι τιμές τους ξεκινούν από $200 και πάνε λέγοντας (πάνε φτιάξε και κάνα καφέ, μια που το'φερε η κουβέντα). Κάποιοι από αυτούς εξελίσσονται και καθιερώνονται. Οι περισσότεροι όμως, καλώς ή κακώς, κάνουν την περασιά τους και από δω παν' κι άλλοι. Και οι κάτοχοι των πιπών τους, έχουν πλέον κομμάτια με εξαιρετικά χαμηλή μεταπωλητική αξία, αναλογικά με τα χρήματα που έδωσαν για να αποκτήσουν τις πίπες καινούριες.

Γενικά, όμως, μιλώντας και ξεφεύγοντας λίγο από το οικονομικό ζήτημα, αναρωτιέμαι συχνά για την ιστορία ενός estate κομματιού. Από πόσα χέρια μπορεί να πέρασε, ποιοι την κάπνισαν και γιατί πουλήθηκε μία, δύο ή περισσότερες φορές. Πώς έγινε αυτό το crack στο shank και πώς αντέδρασε ο καπνιστής της. Στεναχωρήθηκε καθόλου ή ψέλλισε "στ' αρχίδια μου"? Ποιοι καπνοί είναι εκείνοι που άφησαν τα αποτυπώματά τους στο μπωλ της (αυτά που προσπαθώ να βγάλω με τη βία, χρησιμοποιώντας αλάτι και οινόπνευμα τώρα)? Πώς έγινε αυτή η μεγάλη γρατζουνιά στο μπωλ που κάθε φορά που την καπνίζω μου σπάει τα νεύρα? Και κάποιες φορές που τεμπελιάζω, σκέφτομαι και τον τεχνίτη. Έχω μία ακάπνιστη Stanwell silhouette των αρχών του '80. Προσπαθώ να φανταστώ τον τεχνίτη να τη φτιάχνει στο Borup και να τρέμει λίγο το χέρι του, καθώς μεταχειρίζεται το ελεφαντόδοντο. Ή να περνά τη μαύρη βαφή και να την αφήνει να στεγνώσει, λίγα λεπτά πριν τελειώσει η βάρδια του. Και, τέλος, την ίδια την πίπα να σκονίζεται στο ράφι ενός καταστήματος, μέχρι αυτό να κλείσει και να την πακετάρουν μαζί με τα υπόλοιπα. Μετά από χρόνια, κάποιος βρίσκει ένα παλιό κιβώτιο και αποφασίζει να πουλήσει το περιεχόμενό του στο ebay. Κι ένας τύπος από την Ελλάδα κάνει το υψηλότερο bid 5 δευτερόλεπτα πριν κλείσει η δημοπρασία και κερδίζει. Η πίπα πακετάρεται εκ νέου και ταξιδεύει μέσα σε ένα άλλο κιβώτιο (πιο μικρό αυτή τη φορά και πριβέ) από τη Γερμανία στη χώρα μας. Και τελικά, η πίπα παραμένει ακάπνιστη, προφυλαγμένη μέσα στο αυθεντικό πουγγί της, για να ολοκληρωθεί το αστείο που κρατά περίπου 30 χρόνια.

Μέσα στη γλυκερή ατμόσφαιρα αυτής της ανάρτησης, σπάω το κεφάλι μου για να βρω κάποια ποιητική παρομοίωση που να ταιριάζει στο γενικότερο μελό κλίμα. Αναρωτιέμαι αν μπορώ να μιλήσω για πουτάνες. Αλλά η πίπα δεν έχει βούληση και σε κάποιες περιπτώσεις πληρώνεται άπαξ στη ζωή της για δυνητικά άπειρα γαμήσια. Ως ερωμένη δεν μπορώ να τη δω, αν και η εν λόγω παρομοιώση φοριέται πολύ από καπνιστές με έντονο ποιητικό οίστρο. Τις ερωμένες συνήθως δεν τις αγοράζεις, οπότε επιστρέφουμε (if __ then go to __) στην πρώτη εναλλακτική, αυτήν της πουτάνας, η οποία έχει ήδη απορριφθεί. Ο όρος "σκλάβα" φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα, αλλά και πάλι κάτι δεν μου κάθεται καλά. Από τη μία, κινδυνεύει κανείς να κατηγορηθεί για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή, το λιγότερο, για οπισθοδρόμηση και από την άλλη, οι πίπες συνήθως δεν σπέρνουν χωράφια και δεν πλένουν τα πιατικά. Πολλοί αποκαλούν τις πίπες παιδιά τους, αλλά αυτό το βρίσκω αδόκιμο, αφού αφενός δεν τις έχουν δημιουργήσει αυτοί και αφετέρου δεν νομίζω να θέλει κάποιος να βάζει φωτιά στους απογόνους του, εκτός κι αν μιλάμε για ψυχοπαθολογία ή κάποιον θρησκευτικό μύθο.

Καταλήγω, λοιπόν, στο να μην κάνω χρήση παρομοίωσης, δεδομένης της πνευματικής μου ένδειας, αφού δεν μπορώ να βρω την αρμόζουσα. Οι πίπες μας συντροφεύουν, αλλά δεν είναι σύντροφοι. Είναι αντικείμενα που φροντίζουμε, που τα συνδέουμε με γεγονότα και που μας προσφέρουν απόλαυση. Αντικείμενα που φέρουν στοιχεία τέχνης και τεχνολογίας. Ανθεκτικά εργαλεία καπνίσματος, που διευρύνουν το φάσμα της απόλαυσης σε περισσότερες της μιας αισθήσεις. Μικρά πάθη, τα οποία κρύβουν μικρές ή και μεγάλες ιστορίες.
        

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Έλα, πες την αλήθεια: Πόσες φορές έχεις πιάσει τον εαυτό σου να μιλά στις πίπες του;

Ντες

P.S. Απορώ πότε το έγραψες αυτό ρε φούστη μου...

Demetres είπε...

Γεια σου, Ντες!

Κι όμως, όσο περνά ο καιρός γίνομαι περισσότερο κυνικός (αν είναι δυνατόν ο όρος αυτός να είναι δόκιμος στην προκειμένη περίπτωση).

Όπως και να έχει, χαιρετώ ασκεπής και με ρούχα πολιτικά.