Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2019

Διαλεκτικό σιγουράκι

Η αίσθηση είναι κοινή για όλους. Χωρίς ενδελεχή ανάλυση, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, σχεδόν άμεσα: Σου σφίγγεται λίγο το στομάχι. Εδώ μάλλον ταιριάζει -καταχρηστικά βέβαια- ο όρος "αντανακλαστικό". Είναι η παραφωνία που πιάνεις στο live, χωρίς να μπορείς να ονοματίσεις τη νότα που ξέφυγε. Ανάλογα με τις καταβολές, τροποποιούνται και τα triggering subliminal messages. Μία τέτοια, οριακά ουδική πίεση δακτύλου είναι για μένα η άρνηση που διάλεξε για πάντα το άσπρο ή το μαύρο. Στην υπερβολή της, τα απέρριψε και τα δύο και ισχυρίστηκε το άλλο χρώμα, χωρίς όμως να το κατονομάσει, αμφισβητώντας ταυτόχρονα με πάθος το ορατό φάσμα. 

-Μα καλά δεν ξέρεις ποιο;
-Όχι.
-Εγώ φταίω που χάνω την ώρα μου με άσχετους!
-...  

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Θαλασσινή αλμύρα

Η ενασχόλησή μου με τα σκωτσέζικα ξεκίνησε σχετικά πρόσφατα. Διαβάζω και δοκιμάζω. Ο στόχος είναι να καταλάβω τα βασικά πρότυπα γεύσης, κάτι που θα πάρει μερικά χρόνια, ώσπου να σταθεροποιηθούν τα γούστα. Στο πλαίσιο δοκιμών, λοιπόν, πήρα ένα μπουκάλι από το πολυτραγουδισμένο και ευπώλητο (για αυτό και ευρέως διαθέσιμο) Lagavulin 16 yo. Γενικά, οι περίτεχνες κριτικές μού δημιουργούν ένα αίσθημα απορίας (και οριακά φθόνου), καθώς η γεύση και η όσφρησή μου είναι μάλλον αδύναμες. Δεν πιάνω λεπτές αποχρώσεις και "υποψίες" αρωμάτων και γεύσεων όταν τρώω, πίνω ή καπνίζω. Αλλά αυτό το whisky είναι για τύπους σαν κι εμένα, με ανάπηρους γευστικούς κάλυκες και ημι-κατεστραμμένο οσφρητικό επιθήλιο. Θυμάμαι την πρώτη φορά που κάπνισα VA flake των SG και εγγλέζικο χαρμάνι με latakia. Τότε αποκαλύφθηκε ο νέος κόσμος, που εκτείνεται πέραν των αρωματικών cavendish καπνών. Το ίδιο συνέβη κι εδώ. Ήξερα τα bourbon, αλλά και μερικά σκωτσέζικα τύπου Glenfiddich. Είχα ανοίξει κι ένα Laphroaig, αλλά με ξένισε η φαρμακίλα (αργότερα το εκτίμησα). Αλλά εδώ έχουμε κάτι άλλο. Εδώ έχουμε κάτι που πλησιάζει τη μεταφυσική εμπειρία. Γιατί το whisky αυτό δημιούργησε εικόνες, με τον ίδιο τρόπο που η τέχνη προσθέτει στο αισθητηριακό input το νόημα. 

Στην παραλία να ξημερώνει. Αεράκι φυσά και νιώθεις στα χείλη τη θάλασσα. Η φωτιά έχει σβήσει και ο καπνός να γαργαλά τα ρουθούνια. 

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Ακριβές και φτηνές πίπες



Για πολλά χρόνια στα διεθνή fora επαναλαμβάνεται η ίδια συζήτηση. Κάποιος ξεκινά ένα νήμα για μια ακριβή πίπα και αρχίζει η διαμάχη. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές που μιλούν για τελειοποιημένη τεχνοτροπία, συλλεκτική αξία, προσοχή στη λεπτομέρια, εξεζητημένο σχεδιασμό κλπ. Από την άλλη πλευρά, οι αντιφρονούντες που αναρωτιούνται (ρητορικώς και με ελαφρά ειρωνία), αν η πίπα των χιλιάδων δολαρίων καπνίζει πιο καλά από μία μέσης γραμμής. Θα καπνίζει, λοιπόν, μία πίπα των 1000 δολαρίων δέκα φορές καλύτερα από μία πίπα των 100 δολαρίων; Η απάντηση είναι προφανής: όχι. Και μια πίπα των 3 χιλιάδων δεν θα καπνίζει 30 φορές καλύτερα και πάει λέγοντας. Έχω αρκετές πίπες. Θα μιλήσω για αυτές που απέκτησα καινούργιες. Οι τίμιες πίπες μου είναι οι Stanwell. Ίσως οι δύο καλύτερες στο κάπνισμα είναι μια Ardor και μια Asteriou. Τα τελειότερα τρυπήματα τα έχω δει σε μία Cavicchi. Το θρυλικό P του Peter Heeschen δεν καπνίζει καλύτερα από όλες. Επίσης, δεν είναι η καλύτερα κατασκευασμένη πίπα. Παρ' όλα αυτά, χαίρομαι που την έχω στη συλλογή μου και χαίρομαι να την καπνίζω. Δεν υπάρχει απογοήτευση (πέρα από κάποιες λεπτομέρειες που τις ήθελα πιο προσεγμένες για αυτό το επίπεδο), διότι δεν περίμενα να είναι η ποιότητα του καπνίσματος ανάλογη της τιμής της. Θα πεις, τότε γιατί να την αγοράσει κανείς; Δεν υπάρχει λογική απάντηση εδώ. Ο λόγος είναι κάθε φορά προσωπικός για τον καπνιστή που δίνει λίγα περισσότερα για να αποκτήσει ένα κομμάτι που αγγίζει την κατηγορία high end. Έχει να κάνει με τον βαθμό του βίτσιου για το αντικείμενο, το πόσο σπασίκλας είναι, τα ήδη διαμορφωμένα γούστα (τα δικά μου πχ σχετίζονται με τους Δανούς), την παιδική επιθυμία για ένα υλικό αγαθό και το βίωμα της πολυεπίπεδης απόλαυσης. Κάποιες φορές, βέβαια, η επιλογή αυτή έχει σχέση και με τον στίχο που τραγούδησε ο Sinatra: Nothing but the best is good enough for me...

Οπότε οι εν λόγω διαμάχες στερούνται νοήματος και ουσίας. Είναι σαν να συζητά κανείς πόσο κόστισαν οι μπογιές στον Da Vinci. Ναι, η αναλογία είναι τραβηγμένη, αλλά πιστεύω η θέση να γίνεται κατανοητή. Και για να ξαναγυρίσουμε σε πιο πεζή ανάλυση, έχει να κάνει και με τους νόμους της αγοράς. Αυτήν τη στιγμή υπάρχει αγοραστικό κοινό διατεθειμένο να πληρώσει πολλά για κάποιους artisans. Οι λόγοι είναι πολλοί και εκτείνονται πέραν του hype. Και είναι επίσης προφανές ότι οι εν λόγω αγοραστές δεν επιθυμούν απλά μια συσκευή πρόσληψης νικοτίνης.  

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

Προσωπικά γούστα και βασικές αρχές

Δεν μπορείς να απαντάς σε ερώτηση ως σοφός γέρων από τον Πόλεμο των Άστρων. Όταν ο ενθουσιώδης νουμπάς θέτει βασικό ερώτημα, η απάντηση Use the Force είναι βλακώδης. Έχω βαρεθεί να ακούω τη γενικόλογη κατακλείδα ως ουσιαστική συμβουλή: Με τον καιρό θα μάθεις. Αλλά μέχρι να περάσει ο καιρός τι θα κάνω; Θα τα βγάλω πέρα μόνος μου. 

Καλό είναι να καταλάβουμε την αλληλουχία. Οι βασικές αρχές προηγούνται της διαμόρφωσης του προσωπικού γούστου. Τελευταία κουβέντιασα με κάποιους γνώστες του whisky. Ρώτησα λοιπόν μερικά πράγματα για κάποιες ετικέτες, περί γεύσης, προέλευσης, παρασκευής και λοιπών παραγόντων που συμβάλλον στο τελικό αποτέλεσμα. Μου έδωσαν κάποιες πληροφορίες που βοήθησαν αρκετά και στο τέλος, φυσικά, μου είπαν ότι μόνο μέσω της δοκιμής θα καταλήξω στα προσωπικά μου γούστα. Το ίδιο συνέβη και με μονόδρομες αλληλεπιδράσεις μέσω κριτικών στο YouTube και σε εξειδικευμένες ιστοσελίδες. Ως νέος στο άθλημα, έμαθα κάποιες βασικές αρχές και αυτές με βοήθησαν να αρχίσω να διαμορφώνω προσωπικά γούστα. Εάν η απάντηση στην οποιαδήποτε ερώτησή μου έμοιαζε με επιγραφή εσώκλειστη σε fortune cookie, τότε θα έπρεπε να ανακαλύψω εκ νέου τον τροχό. Κι ενώ το μιμίδιο έχει αδιαμφισβήτητη αξία, ο γκουρού τεμπελιάζει και πετάει ηλίθιες ατάκες τύπου Deepak Chopra. Γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, μωρόσοφος δεν είναι αυτός που έχει έκδηλο πάθος και μοιράζεται τη γνώση. Είναι εκείνος που δηλώνει γνώστης και κρατά την πληροφορία για τον εαυτό του.  

Δεν είναι, φυσικά, προαπαιτούμενο το πάθος για να καπνίζεις πίπα. Με τον ίδιο τρόπο που πολλοί πότες καταναλώνουν επί δεκαετίες νεαρό, τραχύ blended whisky, με πολύ πάγο και κόκα-κόλα, καπνίζοντας ευπώλητα τσιγάρα. Και μπράβο τους. Ας κάνουν ό,τι τους αρέσει. Νομίζω πως είναι αρκετά σαφές το ότι δεν έχουν ανάγκη υπεράσπισης, καθώς η υπερπληθής αγέλη τους προστατεύει. Σε όλα τα ρεαλιστικά πιθανά σενάρια, ο Charles θα έχει πρόβλημα και όχι ο George. Γιατί ο δεύτερος είναι άξιος Baird man. 

Για τους άλλους τι θα κάνεις, σοφέ γέροντα; Εσύ που έχεις δεκαετίες ενασχόλησης με το σπορ στην πλάτη σου; Μπορείς να ακολουθήσεις την αυνανιστική οδό: να πετάξεις μια ρήση, υποστηρίζοντας αυτό που δηλώνεις ότι σιχαίνεσαι, τον ελιτισμό. Αλλά μπορείς να κάνεις και το άλλο: να δώσεις 2-3 απλές συμβουλές για να χτίσει ο νέος καπνιστής βασικές αρχές. Και το τελευταίο απέχει πολύ από τον ελιτισμό. 

Ο δάσκαλός μου, μού έλεγε πάντα ότι πρέπει να προσαρμόζεσαι στο ακροατήριό σου. Όταν λοιπόν συναντάς έναν εν δυνάμει βιτσιόζο, του συμπεριφέρεσαι ανάλογα. Μοιράζεσαι το πάθος σου για την ταπεινή υλική απόλαυση και μιλάς ως καπνιστής-χομπίστας. Την επόμενη φορά λοιπόν που κάποιος πιτσιρικάς θα ρωτήσει, πες του 2-3 βασικά, απλά πράγματα και παρακίνησέ τον να δοκιμάσει και να εξερευνήσει. Και φύλαξε τις ατάκες για το καφενείο.   

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Μέσης γραμμής καπνιστής με κριτήρια high end

Υποστηρίζω την εκλεκτικότητα. Συχνά ακούω ότι με λίγα χρήματα δεν μπορείς να αγοράσεις μία πολύ καλή πίπα και το ότι οι mid range μοιραία θα έχουν ελαττώματα. Θα έχουν, αλλά τι ελαττώματα; Ok, παραδέχομαι ότι οι πιθανότητες του να αγοράσεις μια καλή, μάχιμη πίπα από ρείκι με 20 ευρώ είναι πολύ μικρές. Αλλά αν πας στο εύρος 60-100, τότε οι επιλογές πολλαπλασιάζονται. Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για πίπες μέσης γραμμής. Αυτές είναι βιομηχανοποιημένες πίπες και ένα μέρος της κατασκευής τους είναι αυτοματοποιημένο. Πολλά όμως δεν είναι. Οπότε μπαίνει ανθρώπινο χέρι σε αρκετά βήματα του φινιρίσματος, της εφαρμογής με το επισόμιο κ.ο.κ. Για αυτόν τον λόγο, η κάθε βιομηχανοποιημένη πίπα είναι ιδιαίτερη. Και για αυτό πρέπει να ψάξει κανείς να βρει το καλύτερο διαθέσιμο κομμάτι. Όταν αγοράζω μια μέσης γραμμής πίπα, την εξετάζω ως προς τα βασικά (αεραγωγός, ξύλο, φινίρισμα, εφαρμογή, βάρος, αίσθηση στο χέρι κλπ), έχοντας τα συνηθισμένα κριτήρια (αν δεν κάνω λάθος, τα έχω κουβεντιάσει παλιότερα). Και έχω τις ανάλογες απαιτήσεις. Όταν η Stanwell ήταν ακόμα δανέζικη, οι απαιτήσεις μου ικανοποιούνταν σχετικά γρήγορα, στο πρώτο μισάωρο περιήγησης στο καπνοπωλείο. Τώρα, να πω την αλήθεια, δεν ξέρω πολύ καλά τι παίζει, καθώς έχω να αγοράσω πίπα τουλάχιστον μια πενταετία. Αλλά το θέμα παραμένει η προσδοκία από το προϊόν. Και κάποιες απόψεις που έχω ακούσει κατά καιρούς καθιστούν την εν λόγω προσδοκία αδύναμη.

Είναι μέσης γραμμής, οπότε θα έχει ελαττώματα. Ναι, θα έχει. Αλλά είναι άλλο λίγος στόκος σε μη επικίνδυνο σημείο και άλλο το οποιοδήποτε ελάττωμα που υπονομεύει τη λειτουργικότητα. Έχω αγοράσει πίπες με στόκο. Αλλά απέφυγα εκείνες που είχαν στόκο στην ένωση shank-bowl, που το σημάδι φαινόταν βαθύ ή που ο στόκος ήταν πολύ κοντά στο σημείο που συναντά το shank το επιστόμιο. Επίσης, το να μην εφαρμόζει καλά ένα δαχτυλίδι δεν είναι αποδεκτό. Όπως και το να μην περνάει εύκολα το μάκτρο είναι κάτι που αποτελεί σημαντικό συμβιβασμό για 100 ευρώ.

Μην το ψάχνεις, δεν είναι υψηλή φιλοσοφία, πάρε ό,τι σου γυαλίσει. Ορθώς, δεν είναι υψηλή φιλοσοφία. Αλλά είναι μια αγορά όπως όλες. Και το αντικείμενο που αγοράζεις έχει κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, τα οποία επηρεάζουν τη χρηστικότητα και την απόδοσή του. Οπότε, γιατί να μην κοιτάξεις 1-2 πραγματάκια πριν το αγοράσεις; Κοίτα λίγο τον αγωγό και τις εφαρμογές χωρίς να το φιλοσοφήσεις. Δεν θα σου πάρει πάνω από 3 λεπτά.

Πάρε μια φτηνή για αρχή, διότι έτσι κι αλλιώς θα την καταστρέψεις, αφού είσαι αρχάριος. Για να καταστρέψεις μια πίπα (όχι να κάψεις το χείλος, να την καταστήσεις άχρηστη), θέλει προσπάθεια. Αν αφιερώσεις μισή ώρα να ρίξεις μια ματιά στα σχετικά sites, θα ξέρεις ό,τι χρειάζεται για να προφυλάξεις μια πίπα από την καταστροφή.

Τα παραπάνω (και φαντάζομαι κάποια άλλα) αποτελούν μάλλον ψευδεπιχειρήματα κατά της λεπτομερούς εξέτασης μιας πίπας πριν την αγορά της. Ακολουθώντας τις συμβουλές αυτές κάποιος κινδυνεύει να χάσει χρήματα αλλά και να παρατήσει το σπορ στην αρχή του. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην αγοράσει κανείς μια καλή πίπα για αρχή. Και για να το πετύχει αυτό (ή τουλάχιστον να αυξήσει τις πιθανότητές του), οφείλει να αφιερώσει λίγο χρόνο. Στο κάτω-κάτω, έχει και το ψάξιμο το γούστο του. Είναι μέρος της εμπειρίας.  

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

Why do we fall Bruce?



Όταν ήμουν μικρούλης, πίστευα στο καλό, το ορθό και το δίκαιο. Ακόμα πιστεύω σε αυτά. Η διαφορά είναι πως όταν ήμουν μικρούλης, τα θεωρούσα αυτονόητα. Λες και αυτοκλήτως θα ερχόταν κάποιος να τα επιβάλλει. Αρκετά αργότερα κατάλαβα ότι είναι δική μου υποχρέωση. Και τώρα πλέον οφείλω να εξετάσω εκ νέου το ζήτημα, καθώς πρέπει κάτι να πω σε ένα παιδί που μαθαίνει τον κόσμο. Όταν απλά δρας, δεν χρειάζεται ανάλυση. Εκτελείς υπερμαθημένες συμπεριφορές και κατά περιπτώσεις τροποποιείς το σχήμα βάσει του equilibrium που προκύπτει μέσα από το δίπολο assimilation-accommodation (αναρωτιέμαι αν ο πιπαδόρος Piaget ασχολήθηκε και με τους ενήλικες ποτέ). Όταν όμως καλείσαι να καθοδηγήσεις, πρέπει να λεκτικοποιήσεις το pipeline της αρχής, της σκέψης και της συμπεριφοράς. Κι αυτό είναι πιο δύσκολο, καθώς απαιτεί ενδελεχή αξιολόγηση του οικοδομήματος από τα θεμέλια. 

Τι συνιστά μια προσβολή; Η σύντομη απάντηση είναι τίποτα. Αυτό καταλαβαίνεις αν δεις το φαινόμενο σε βάθος χρόνου. Όταν, βέβαια, κάποιος σε προσβάλλει, το αίμα βράζει. Τη στιγμή του βρασμού, ας κάνει ο καθείς ό,τι νομίζει. Αυτό που κατάλαβα εγώ πάντως, είναι ότι η αντίδραση πρέπει να ζυγίζεται με μέτρο τη βαρύτητα της κατάστασης, καθώς και την αναλογία κόστους-οφέλους. Με άλλα λόγια, το να εξαντλήσεις τον θυμό σου στον γείτονα που σου κουνά το δάχτυλο, επειδή ο σκύλος σου γάβγισε 3 φορές την προηγούμενη εβδομάδα, είναι μάλλον χάσιμο χρόνου. 

Αυτή η δραματοποίηση των γεγονότων, ακόμα και των πιο ασήμαντων, είναι θλιβερή. Ναι, έχουμε χάσει το μέτρο. Και αν σου ξινίζουν τα κλισέ, έχουμε χάσει τη μπάλα. Διάλεξε όποιο από τα δύο θέλεις. Και αυτή η απώλεια είναι αμφίδρομη. Δεν ξέρουμε τι λέμε και δεν ξέρουμε τι λέει ο άλλος. Δεν ξέρουμε τι λέμε διότι χρησιμοποιούμε ελαφρά τη καρδία βαριές λέξεις, όπως "φασισμός", "αγάπη", "φιλία". Ο Μουζάκης έγραψε: πέρασα τη ζωή μου ζυγίζοντας λέξεις. που οι άνθρωποι δεν εννοούν. Να κάτι που πρέπει να πω στο μικρό αγόρι που μεγαλώνει. Να ξέρει ότι αν αποφασίσει να μιλά από την καρδιά του, θα μιλά μια γλώσσα ξένη προς τους άλλους. Και κυρίως να ξέρει ότι οι άλλοι μιλούν μια γλώσσα ξένη σε αυτόν. Όταν λοιπόν κάποιος του πει ότι είναι γυαλάκιας πάνω στη διαφωνία, ελπίζω να μην αναζητήσει safe space κρυψώνα, βαθιά προσβεβλημένος. Ελπίζω να ανγνωρίσει το ad hominem και να πει στον συνομιλητή του να πάει να γαμηθεί μετά τη δεκατιανή μπανάνα. Γιατί η προσωπική επίθεση ως αντεπιχείρημα είναι το τελευταίο καταφύγιο του συμπλεγματικού πιθήκου. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί είναι τόσο κακό να κάνεις λάθος που και που. 

Αναδύεται μια νέα εποχή πολιτικής ορθότητας. Αυτή, μοιραία, φέρνει μαζί της τη συμπαντική δικαιοσύνη και τον από μηχανής θεό. Reality check: το προϊόν έχει ημερομηνία λήξης. Κάπου εκεί μετά την εφηβεία. Για κάποιους πιο άτυχους η φούσκα σκάει νωρίτερα. Υπάρχει βέβαια και ένα ζήτημα αρχής. Πώς ονειρεύεσαι τον 20χρονο; Ως έναν άνθρωπο που πιστεύει ότι όλα του ανήκουν a priori, με τον φόβο στο φουλ, έτοιμο να πάει στη δασκάλα κάθε φορά που κάποιος του λέει "ρε"; Ή ως έναν άνθρωπο με πείσμα, που γνωρίζει ότι αυτά που καταφέρνει είναι αποτέλεσμα βουκεφαλισμού και τύχης και δεν ξεχνά ποτέ τον Κομπαγιάσι Ίσσα: Όπου δεις ανθρώπους, ψάξε για μύγες και Βούδες. 

Όταν διαβάζω Έκο, μου σπάνε τα νεύρα. Γιατί οι παραπομπές του είναι πολλές και κατά περιπτώσεις ασαφείς. Ζητώ συγγνώμη για τις παραπομπές εδώ, αλλά ταυτόχρονα κάνω προσπάθεια ως προς τη σαφήνεια. Και κατόπιν αυτής της απολογίας, ας επανέλθω στο θέμα, κάνοντας κι άλλες παραπομπές. Στο ποίημα Θεσσαλονίκη του Καββαδία υπάρχει ο στίχος: εκτός από τη μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται. Δεν θα έρθει κανείς να μας πάρει από το χεράκι. Θα φάμε σκατά, θα τσακιστούμε, θα μάθουμε και θα προχωρήσουμε. Όταν ο Rocky Balboa κλήθηκε να συμβουλεύσει τον γιο του, τού είπε ότι σημασία έχει πόσο σκληρά μπορεί να σε χτυπήσουν κι εσύ να συνεχίσεις να προχωράς μπροστά. Η παρηγόρια χωρίς τέλος μετουσιώνεται σε μεμψιμοιρία. 

Υπάρχουν σαφώς οι πολεμιστές της πολιτικής ορθότητας που φρίττουν με τέτοια επιχειρήματα και λυσσούν να πολιτικοποιήσουν τον οποιονδήποτε αντίλογο. Που φωνάζουν για ποινικοποίηση του χιούμορ, που ψάχνουν να βρουν στην καλημέρα την παρενόχληση, που επαναστατούν έναντι οποιασδήποτε φράσης που φαντάζει εχθρική μετά από τριπλή απόσταξη. Είναι οι ίδιοι που εφευρίσκουν στατιστικές καταπίεσης. Χιπστεροειδείς τύποι που κραυγάζουν για τον φασισμό και την απανθρωπιά του δυτικού εκπαιδευτικού συστήματος, την ίδια στιγμή που σε άλλα μέρη του πλανήτη ανήλικα παιδιά δεν μπορούν να γράψουν, εκ των πραγμάτων, καθώς τους έχουν κόψει τα χέρια με ματσέτα. Γκόμενες με first world problems, που ουρλιάζουν για την πατριαρχία, την ίδια στιγμή που κοριτσάκια 12 ετών υφίστανται κλειτοριδεκτομή. Ο μακαρίτης ο Hitchens, ανάμεσα σε άλλους, είχε καταδείξει αυτήν την αμετροέπεια σε πλείστες περιπτώσεις. Αλλά αυτές είναι φωνές ορφανές, χαμένες σε έναν κόσμο με κομμένα αυτιά. Ο δημόσιος διάλογος έχει γίνει ένα απέραντο καφενείο. Και μέσα σε αυτό το καφενείο, τα cry-babies έχουν αρχίσει να παίρνουν τα πάνω τους, συμπαρασύροντας τους δασκάλους τους, μέσα σε ένα κλίμα φρενίτιδας. Με καταγγελτική διάθεση και περισσή υποκρισία, σύσσωμες οι γενιές μπογιατίζουν τους θώκους τους με άσπρο και μαύρο. Τα βράδια για να ζεσταθούν καίνε τα βιβλία του Νίτσε και του Πλάτωνα. Και η κραυγή του Frank Slade έχει γίνει πια ψίθυρος που σβήνει στο πέρασμα του χρόνου: You're building a rat ship here, a vessel for sea-going snitches!

Όταν ο γιος μου δεν μπορεί να κοιμηθεί, του τραγουδώ το My way, Απ' το αεροπλάνο και τον Κεμάλ. Και καμιά φορά του μιλώ για τον Dark Knight ή τους Jedi. Αργότερα θα του πω και για τον Charles Sims.  

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Τα βρύα της άνοιξης

Aultmore of the foggie moss. Πολύ κουλ όνομα. Αλλά εγώ δεν το είχα ακούσει ποτέ. Μέχρι που το άκουσα από έναν υπάλληλο του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης. Τελείως άσχετος με τα σκωτσέζικα και κάπως σχετικός με τα μπέρμπον, βρέθηκα στα duty free των βορείων. Ευκαιρία για αγορά του λίτρου. Μέρος της απόλαυσης αυτών των σύντομων ταξιδιών είναι και το χάζεμα στα ράφια με το αλκοόλ, το οποίο προγραμματίζεται εκ των προτέρων, ώστε να υπάρχει ένα καλό μισάωρο περιήγησης. Καθώς χαζεύω τα ultra premium στις προθήκες τους, αναρωτιέμαι γιατί να είναι τόσο περίτεχνες οι καράφες των κονιάκ που ξεπερνούν τα 1000 ευρώ. μετά σκέφτομαι ότι "δεν είναι αυτά για εμάς" και πάω στα ράφια που έχουν ένα -τουλάχιστον- λιγότερο ψηφίο. Καθώς χάζευα λοιπόν και προσπαθούσα να αποφασίσω, με πλησιάζει ο εν λόγω υπάλληλος. Είναι δύσκολο να αποφασίσει κανείς χωρίς γνώση. Με ρωτάει αν θέλω βοήθεια. Του λέω το δίλημμα. Ήταν μεταξύ δύο εκ των "γνωστών": Ardbeg και κάτι άλλο. Αρχίζουμε ψιλή κουβέντα. Ο τύπος έπινε και ήξερε, αλλά η συζήτηση, μοιραία, κατέληξε στο αδιέξοδο του "ότι αρέσει στον καθένα". Μου δείχνει έναν πάγκο με ανοιχτά μπουκάλια για δοκιμή. Μου προσφέρει. Σνομπάρω καθώς βλέπω ότι τα περισσότερα είναι για να πεις ότι τα πίνεις, παρά να τα πιεις (πιάσε μια πέρδικα, πιάσε ένα Τζόνι και τα ρέστα, μαζί με γαρύφαλλο όχι στο αυτί, αλλά στο τραπέζι). Ξαναγυρίζουμε στο ράφι και μου δείχνει το Aultmore: Αυτό το έχεις δοκιμάσει; Μπα, του λέω, καθώς το ξανθό του χρώμα με απωθεί. Περίμενε, έρχομαι, λέει και χάνεται για 1 λεπτό. Γυρίζει με ένα ανοικτό μπουκάλι Aultmore. Μου δίνει να δοκιμάσω. Πριν πιω, περίμενα ένα οξύ, κάπως νεαρό ουίσκι (δεν έβλεπα την ηλικία τυπωμένη μπρος στα μάτια μου και ως μη εξοικειωμένος με τη Σκωτία, το χρώμα αποκωδικοποιήθηκε στο μπερμπονικό μου μυαλό ως ενδεικτικό νεότητος - είπαμε, χωρίς γνώση). Με το που ήπια την πρώτη γουλιά, έσκασε ένα μπουμπούκι γεύσεων στο στόμα μου. "Έκρηξη", αυτό του είπα. Με κοίταξε με ένα χαμόγελο επιβεβαίωσης. Μου πρότεινε να κεράσει κι άλλο, αλλά έπρεπε να πάω στην πύλη. Καθώς έδινα το εισιτήριό μου, πριν μπω στο πουλμανάκι, στο αριστερό μου χέρι κρατούσα μια σακούλα duty free με τον μαγικό κύλινδρο. Αυτήν τη στιγμή πίνω ένα ποτήρι Aultmore και η εμπειρία δεν έχει αλλάξει - έχει μάλιστα βελτιωθεί. Δεν ξέρω τι λένε οι Σκωτσέζοι για ομίχλη και βρύα, εμένα μου θυμίζει ανοιξιάτικο κήπο. Υπάρχουν αρκετές κριτικές στο διαδίκτυο. Εγώ χάζεψα κατόπιν αγοράς, λίγο πιο κάτω από τα μισά του μπουκαλιού, τις κριτικές στο YouTube. Ένας από τους γευσιγνώστες το χαρακτήρισε ως "κρυμμένο διαμάντι". Μπορεί να μην πίνω στο ειδικό του ποτήρι, αλλά με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.    


Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

Η άνθιση (;) της ελληνικής πίπας

Όταν πριν μερικά χρόνια άρχισα να ασχολούμαι πιο συστηματικά με το σπορ, άνοιξα το pc μου να ψάξω στο διαδίκτυο πληροφορίες σχετικά με το κάπνισμα της πίπας στα Ελληνικά. Δεν βρήκα σχεδόν τίποτα, πέρα από φτωχές σελίδες καταστημάτων ή κατασκευαστών με λιγοστές πληροφορίες πασπαλισμένες με γερές δόσεις πιπο-μύθων. Πλέον έχουμε περάσει την παιδική αλλά και εφηβική ηλικία, με όλες τις ασθένειες που τις συνοδεύουν. Δύο fora που ξεκίνησαν δυναμικά και, μοιραία, συν τω χρόνω ατόνησαν (σε σχέση με την αρχική ενθουσιώδη και πολυπληθή συμμετοχή). Αρκετά blogs, κάποια από τα οποία έσβησαν και άλλα που έμειναν παρατημένα (με το παρόν να είναι ίσως το πλέον παρα(ι)τημένο. Μπας και όλα όσα ήταν να λεχθούν, εν τέλει γράφτηκαν (ή ξαναγράφτηκαν, αφού αγγλόφωνα και άλλα fora υπήρχαν ήδη εδώ και πολλά χρόνια); Η σύντομη απάντηση είναι όχι. Το κοινό του καπνίσματος πίπας είναι περιορισμένο, αλλά η βιομηχανία της πίπας και των καπνών δεν έχει σταματήσει. Ίσως ένας λόγος που η διαδικτυακή συζήτηση σταμάτησε να είναι τόσο έντονη, είναι γιατί ασχολούμαστε λίγο με τους καπνούς και περισσότερο με τις πίπες. Με την περιορισμένη αγορά καπνών της χώρας μας, δεν μπορείς να δοκιμάσεις και πολλά βέβαια, οπότε αυτό είναι κάπως αναμενόμενο. Από την άλλη μεριά, ίσως η διαδικτυακή αλληλεπίδραση μεταξύ πιπόβιων είναι όπως όλες οι αλληλεπιδράσεις τέτοιου τύπου. Με έντονο κοινωνικό υπόβαθρο και στην πλειονότητά τους επιφανειακές. Πριν μερικούς μήνες μιλούσαμε για τη γνώση με έναν 20χρονο, ο οποίος μου εξήγησε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αντλούν πληροφορίες για επιστημονικά θέματα πρωτίστως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα γιατί το αντι-εμβολιαστικό κίνημα είναι τόσο έντονο. Όχι γιατί είμαστε ηλίθιοι. Γιατί είμαστε καταρχήν τεμπέληδες και αρεσκόμαστε σε κουβέντες καφενείου, καθώς αναμασάμε τη φράση "το είπε η τηλεόραση" (που έχει μετουσιωθεί στο "το διάβασα στο ίντερνετ"). Για να μην παρεξηγούμαστε, το small talk μεταξύ καπνιστών πίπας είναι καλό και αναγκαίο. Φαντάσου να παθιάζεσαι με το ποδόσφαιρο σε μια πόλη που κανείς δεν βλέπει μπάλα. Τι θα κάνεις; Θα αναζητήσεις συζητητές. Και ευτυχώς σήμερα μπορεί κανείς να το κάνει αυτό online. Έτσι το βίτσιο απενοχοποιείται. Σε μια συζήτηση μεταξύ καπνιστών πίπας, σπάνια κανείς θα κάνει αστεία, ακούγοντας τη φράση "πήρα μια ωραία πίπα χτες". Αυτή είναι φράση που ανοίγει την κουβέντα, χωρίς να πυροδοτεί χλευασμό. Δεν είναι υψηλή επιστήμη η πίπα. Δεν απευθύνεται σε ναυτικούς ή κουλτουριάρηδες. Είναι για ανθρώπους που τους αρέσει να καπνίζουν και είναι λιγάκι νέρντουλες. Όπως οι συλλέκτες κόμιξ που τους λέει ο θειος τους ότι μεγάλωσαν και πρέπει να σταματήσουν να διαβάζουν "μίκυ μάου". Όλοι οι βιτσιόζοι κάπως έτσι είναι. Δεν έχει σημασία αν ασχολούνται με του ουίσκι ή το Star Wars.

Αλλά τώρα έχω την εντύπωση ότι μας έχει μείνει το small talk στην καθημερινότητα. Μπορεί να φταίει η αντικαπνιστική μανία (ο φανατισμός είναι κακό πράγμα, όπως και το κάπνισμα). Μπορεί η μαγιά να πάλιωσε και η ηλικία να πρόφτασε τον ενθουσιασμό. Κι ενώ ο κόσμος όλο και μικραίνει, οι ταχύτητες αυξάνονται και τις αλλαγές δεν τις προλαβαίνεις. Αλλά μέσα από τη δημιουργία της περίεργης αυτής κοινότητας, ξεπήδησε ένα φαινόμενο, το οποίο μόνο ως θετικό μπορώ να δω: χειροποίητη πίπα από Έλληνες κατασκευαστές. Δεν είναι ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας. Είναι το ότι κάνει το θέμα "κατασκευή πίπας" πιο οικείο, πιο χειροπιαστό. Το να μιλάς με έναν κατασκευαστή στη γλώσσα σου, μοιάζει σαν να πηγαίνεις για πρώτη φορά στο San Francisco. Όταν είδα από κοντά τα τραμ, κατάλαβα ότι η ταινία The Rock είχε γυριστεί στον πλανήτη που ζω κι εγώ. Κάποιους από τους κατασκευαστές τους γνώρισα στην αρχή τους και είχα την ευκαιρία να δω την εξέλιξή τους. Δεν είναι πολλοί, αλλά για τα δεδομένα της εγχώριας κουλτούρας ο αριθμός τους ξεπερνά τις προσδοκίες. Όπως αυτοί ξεπέρασαν τα σύνορα και οι πίπες τους έφτασαν σε άλλες ηπείρους. Full-time pipe maker γίνεσαι μόνο έτσι κατά τη γνώμη μου. Είναι οικονομικό το ζήτημα και όχι μεγαλομανίας. Αν και νομίζω ότι πιάσαμε ταβάνι πλέον, εγώ θα συνεχίζω να χαζεύω τις κατασκευές τους στα διεθνή sites, χαμογελώντας κάθε φορά, όπως χαμογελά ο μετανάστης όταν ακούει μια λέξη ελληνική σ' ένα τραγούδι. Με την ίδια φορκλορική και αστεία, μα συνάμα αθώα και αναπόδραστη συμπεριφορά. 

Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Πέρα από τις μεγάλες ιδέες

Οφείλει κανείς να σταματά τον χρόνο. Γνωρίζω τα πολλά βιντεάκια που κυκλοφορούν τύπου inspirational speech και τα λοιπά. Αλλά ακόμα και μέσα στο εκπορνευμένο μήνυμα, ακόμα και εντός του πολυφορεμένου τσιτάτου, μπορεί να υπάρχει αλήθεια. Είναι καιρός να σηκωθεί κανείς από το pc, να αφήσει τη δουλειά που τον πνίγει το ΣΚ και να αγκαλιάσει τη μοναξιά του. Να πάει στην κάβα του, να διαλέξει ένα ουσικάκι, να κάψει κι ένα πούρο. Ή να ανάψει την πίπα του. Θα έλεγα να πάει για τρέξιμο, αλλά οι γνώσεις μου εκεί είναι θεωρητικές.

Ας αγαπήσουμε και κάποιοι την ύλη, τη λιγότερο τραγουδισμένη οντότητα. 

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2012

Robusto σε απόχρωση blue marine

Δοκιμών συνέχεια. Συνδυασμός καταναλωτικής μανίας, ψυχαναγκασμού και απεριόριστης εκτίμησης της έννοιας "υλική απόλαυση". Εδώ που τα λέμε, αυτή η έννοια έχει υποτιμηθεί με φρικτό τρόπο. Διότι αν σηκώσεις λίγο τα χαλάκι της "σημερινής υλιστικής και καταναλωτικής κοινωνίας" (στην οποία - ωιμέ! - θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας), τότε θα βρεις το πίσω μέρος του μυαλού. Και εκεί είναι χαραγμένη στην πέτρα η απαξίωση της υλικής απόλαυσης, καθώς και μία τύπου "πιφ!" σύγκριση του μουσακά με την ποίηση. Πέρα από την προφανέστατη παλινδρομική κίνηση της εν λόγω παλάντζας (είναι η μοναδική ζυγαριά της οποίας η συσκευασία περιέχει χαρτομάντηλα αντί για μπαταρίες), είναι και η αξιολόγηση της απόλαυσης per se. Και αν πας πέρα από τις δεδομένες ιεραρχήσεις, πέρα από τα υπέρτατα αγαθά, και φτάσεις στις μικρές, καθημερινές ανάγκες (η λέξη "πολυτέλεια" εδώ απορίπτεται πάραυτα, καθώς είναι άκρως ηλίθια στο συγκεκριμένο πλαίσιο και συνεπώς αδόκιμη η χρήση της), τότε θα δεις ότι το να επιθυμήσεις δυο δάχτυλα καλό bourbon δεν σε καθιστά αυτομάτως ανεξέλικτο τρωγλοδύτη. Η αντίθετη όψη του νομίσματος είναι ακόμα υπό εξέταση.

Γράφω αυτήν τη στιγμή περιτριγυρισμένος από εκατοντάδες βιβλία. Αλλά αυτό που καπνίζω δεν είναι χαρτί. Είναι μια καλή βιρτζίνια σε μία Stanwell. Και χτες την ταπεινή, σπιτική vinaigrette δεν την έφτιαξα με λαδομπογιές του Θεοτοκόπουλου, αλλά με ξίδι από το σούπερ-μάρκετ (και διαβάστε "υπερ-κατάστημα", αν θέλετε, φοβικοί συμπατριώτες). Σε τελική ανάλυση, το βραδάκι μιας κουραστικής μέρας αλλάζει επίπεδο, όταν συνοδεύεται από μία καλή διπλοκορώνα. Και όποιος πιθηκλής σνομπάρει, ας πάει να βρει τον μεγάλιθό του (να μην ξεχάσει το κασκόλ, διότι πέρα από το στυλάκι τίθεται και το ζήτημα της ομοιόστασης). 

Πάμε παρακάτω. Αυτές τις μέρες αγόρασα υγραντήρα (έναν chanti medium) και μερικά πούρα για δοκιμές. Συμπαθή ήταν αρκετά Plasencia από τη Νικαράγουα και κάποια Montego από τον Άγιο Δομίνικο. Αλλά ακόμα είναι πολύ νωρίς για να έχω άποψη, πόσο μάλλον ολοκληρωμένη. Βάσει του ρυθμού αγορών, με βλέπω να τρώω αρκετούς μήνες με δοκιμές. Αλλά πέραν των κρίσεων, κατάλαβα και κάποια πράγματα για το κάπνισμα του πούρου. Εδώ τη δουλειά την κάνει ο στρίφτης σε μεγάλο βαθμό, σε αντίθεση με την πίπα, όπου ο καπνιστής έχει την απόλυτη ευθύνη για το πακετάρισμα. Επίσης, τίθεται και ένα ζήτημα υγρασίας. Δηλαδή, τα πούρα μου αποδίδουν σχετικά εύκολα. Αντίθετα, το κάπνισμα της πίπας γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, όσο χαλάει ο καιρός. Το στέγνωμα του καπνού, αλλά και η ξεκούραση της πίπας έχει αρχίσει να γίνεται άκρως χρονοβόρα διαδικασία. Αν σκεφτείς και ότι πετρέλαιο φέτος καίμε με το σταγονόμετρο, θα καταλάβεις ότι το σπορ γίνεται αρκετά πιο σύνθετο. 

Τεσπα, όπως και να'χει έρχονται γιορτές και ενδέχεται να κάψουμε 2-3 καλά κουβανέζικα ("λόγω της ημέρας"). Και δυο δαχτυλάκια Maker's Mark. Και ένα καλομαγειρεμένο φαγητό. Πέραν των αυτονόητων ευχών, αυτά οφείλει κανείς να τα διατηρήσει όσο μπορεί. Και ναι, αυτά τα υλικά αγαθά αποτελούν στοιχεία κουλτούρας. Ακούς, μικρέ μου baboon;

Smoke in Peace

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Δοκιμές σε άγνωστα νερά







Προσφάτως έκανα ένα ταξιδάκι στο San Fransisco για δουλειά. Αρκετά ενδιαφέρον. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ στις Κολλημένες Πολιτείες. Απότομες ανηφόρες και κατηφόρες, γραφικά τραμ, ουρανοξύστες, σποραδικά γκέτο, Burger των $30 στο ξενοδοχείο, Downtown με κουστουμάτους και άστεγους δίπλα-δίπλα, υποχρεωτικό tip, αντικαπνιστικό μίσος, China Town, Hardrock Cafe στο Pier 39, Telegraph Hill, η νίκη των Giants και οι πανηγυρισμοί μέχρι το πρωί, ιταλικά εστιατόρια με spaghetti with meatballs και pizza, cable TV, πυροσβεστικά να τρέχουν όλο το 24ωρο, Starbucks σε κάθε τετράγωνο, η Golden Gate Bridge και μια ομίχλη που θύμιζε τόσο πολύ τη Gotham City του Νόλαν. Αυτά τα λίγα μέσα σε τρεις μέρες παραμονής και αναχώρηση με τη βεβαιότητα ότι αυτή η χώρα δύσκολα σηκώνει έναν Βαλκάνιο σαν εμένα. Καπάκι μετά την επιστροφή, είδα το Killing them softly με την εξαιρετική ατάκα: "America's not a country, it's a business. Now fucking pay me". 

Έψαξα αρκετά κάποιο tobacco store για να αγοράσω καπνό πίπας, αλλά ματαίως. Δοκίμασα όμως moist snuff (ή αλλιώς dipping tobacco). Άθλια πρώτη εντύπωση. Την ημέρα του γυρισμού πήγα στο αεροδρόμιο του SF με τη βεβαιότητα ότι θα βρω καπνό πίπας στα duty free. Αλλά ούτε εκεί βρήκα τίποτα. Έχοντας πλέον καπνο-καταναλωτική μανία, ήθελα κάτι να αγοράσω. Και πήγα στο ράφι με τα πούρα. Πήρα μια κούτα Partagas και πήγα στο ταμείο (μαζί με ένα κάρο άλλα πράγματα). Αλλά εκεί οι κάρτες δεν περνούσαν. Μου είπαν ότι επειδή ο τυφώνας χτύπησε τη Νέα Υόρκη, πάγωσαν κάποιες διεθνείς συναλλαγές, αλλά δεν κατάλαβα τελικά το γιατί. Οπότε, άφησα όλα τα καλούδια στο ταμείο και επιβιβάστηκα. 

Σταματήσαμε στο Λονδίνο για να αλλάξουμε πτήση. Εκεί αποζημιώθηκα κάπως. Είμασταν πλέον στην Ευρώπη, οπότε οι κάρτες ήταν και πάλι λειτουργικές. Πήγα στο cigar shop και μίλησα με μία ευγενέστατη Εγγλέζα που ήξερε πέντε πράγματα για τα καπνά. Δυστυχώς οι τιμές ήταν αρκετά υψηλότερες σε σχέση με τις ΗΠΑ, οπότε περιορίστηκα αρκετά στις αγορές. Αλλά και πάλι, δεν μπορώ να πω ότι είμαι δυσαρεστημένος. Πήρα μία κούτα Santa Damiana Robustos, μία κούτα με Cigarillos Montechristo και ένα Bourbon Maker's Mark. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, αγόρασα και άλλα 5 πούρα, 3 Romeo y Julitea και 2 Partagas. Από εκεί και πέρα, έχει ξεκινήσει σιγά-σιγά ένα νέο πάθος. Άρχισα να ψάχνω στο διαδίκτυο για το θέμα και να μαθαίνω τα βασικά. Τώρα αναζητώ έναν υγραντήρα και άλλα πούρα για τις πρώτες δοκιμές, ώστε να ξεκινήσει σταδιακά η συλλογή.

Παλαιότερα δεν μου άρεσαν τα πούρα ούτε το ουίσκι. Σνόμπαρα και λίγο το lifestyle. Αλλά τα κλισέ ποτέ δεν είναι καλό πράγμα. Ο καπνιστής πίπας δεν είναι αυτόματα κουλτούρας ή διανοούμενος. Έτσι και ο cigar aficionado δεν είναι ο νεόπλουτος που ανάβει με zippo το υπερμεγέθες cohiba, πίνοντας υπερκοστολογημένο Black Label σε clubάκι της κακιάς ώρας. Η παθιασμένη ενασχόληση με τέτοιου τύπου υλικά αγαθά δεν είναι φιγούρα, αλλά ευγενές βίτσιο. 
  










 








Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Chris Asteriou

Έχει πλάκα όταν γράφεις ένα ελληνικό όνομα με λατινικούς χαρακτήρες. Άλλες φορές έχει νόημα και άλλες όχι. Στην προκειμένη περίπτωση νομίζω ότι έχει. Δεν μιλάμε για ξεπεσμένο executive- (μετά την παύλα συμπληρώστε ό,τι θέλετε, καθώς όλα ακούγονται πιο επαγγελματικά μετά τη μαγική λέξη) που τυπώνει δίγλωσσες κάρτες για να τις μοιράσει στα πανηγύρια. Μιλάμε για την ανάδυση ενός επαγγελματία μέσα από πολλά κιλά briar dust. Το γλυκερό εν προκειμένω είναι αληθές. Ο Αστερίου ήταν χομπίστας για πολλά χρόνια. Και έφτιαχνε τις πίπες του με πρωτόγονα μέσα. Σε κάποια φάση ξέφυγε. Αν και άργησε λίγο, ευτυχώς κάποια στιγμή το κατάλαβε και το είδε πιο σοβαρά. Έφαγε πολύ χρόνο και χρήμα και εν τέλει ξεκίνησε να φτιάχνει πίπες επαγγελματικά. Ο όρος "επαγγελματικά" χρησιμοποιείται εδώ λίγο καταχρηστικά, μιας και τώρα ξεκινά επί της ουσίας την καριέρα του. Ο όρος χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει μέγιστη προσοχή στη λεπτομέρεια και στόχευση στην κατασκευή ενός άρτιου αισθητικά και λειτουργικά καπνιστικού εργαλείου. Μετά από επίπονη σπουδή στην αγγλική σχολή, πέρασε στο δανέζικο σχέδιο. Κάπου στην πορεία βρήκε ένα από τα χαρακτηριστικά του σχέδια, επαναφέροντας στο προσκήνιο την οικογένεια των pencil shank μπιλιάρδων, κάτι που λείπει από την αμερικανική νεοκουλτούρα της κατασκευής πίπας, η οποία αναλώνεται κυρίως σε chubby-like, υπεραμμοβολισμένα group 5+ κομμάτια. Η ενασχόλησή του με το μπαμπού είχε σαν αποτέλεσμα εξαιρετικές δημιουργίες στα χνάρια του S. Ivarsson. Και επειδή έχω βίδα με τα δανέζικα acorns, χαίρομαι ιδιαίτερα όταν βλέπω τέτοια κομμάτια φτιαγμένα από έναν Έλληνα δημιουργό. Και ας σταθούμε λίγο σε αυτό το τελευταίο: Ο Χρήστος ζει, εργάζεται και καπνίζει στην Ελλάδα. Σε μία χώρα με ελάχιστα ερεθίσματα σχετικά με το σπορ. Είναι προς τιμήν του, λοιπόν, το ότι κατάφερε να σπάσει το τσόφλι της εγχώριας αγοράς και νοοτροπίας. Και για να μη νομίσετε ότι αποθεώνεται ένας δημιουργός χωρίς έρεισμα, αλλά μόνο βάσει προσωπικής συμπάθειας, ας περάσουμε σε χειροπιαστά πράγματα:

Το flickr του Χρήστου: http://www.flickr.com/photos/54290099@N03/sets/72157625035835024/

Η σελίδα του στο smokingpipes.com, ένα από τα μεγαλύτερα διαδικτυακά καταστήματα με πίπες και καπνούς: http://www.smokingpipes.com/pipes/new/chris-asteriou/index.cfm (ας σημειωθεί εδώ ότι η τιμολόγηση έγινε από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος και ότι δύο από τις πίπες του πουλήθηκαν λίγες μέρες μετά την ανάρτησή τους - φυσικά ουδεμία εμπορική σχέση έχω με το κατάστημα, αλλά ούτε και με τον δημιουργό).

Και, τέλος, το blowfish που αγόρασα από την πρόσφατη έκθεση πίπας που έκαναν οι Κυριαζάνος-Αστερίου. Η φωτογραφία είναι του Χρήστου.



Δεν θα αναλωθώ σε περαιτέρω καλά λόγια και συγχαρητήρια. Αυτά είναι μάλλον αυτονόητα. Πέρα από τις φιλοφρονήσεις, αυτό που μπορεί να πει κανείς, είναι ότι έγινε ένα σημαντικό βήμα. Μπράβο, Χρήστο.

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

7 Αυγούστου στην Αθήνα

Δεν υπάρχει κεντρικό θέμα εδώ. Απλά κάτι σαν "αγαπημένο μου ημερολόγιο". Το γιατί έχει να κάνει με τον κλάδο της κλινικής ψυχολογίας και καθείς είναι ελεύθερος να το ψάξει (θα λάβω σοβαρά υπόψιν όλες τις διαγνώσεις - παρακαλώ να παραμείνετε στον άξονα ΙΙ). Λοιπόν, έχουμε και λέμε. 

Δεύτερη φορά που μουχλιάζει καπνός μου. Και καλά, την πρώτη ήταν ένας Presbyterian φρεσκοαγορασμένος (ανάθεμα κι αν κατάλαβα γιατί μούχλιασε). Αυτή τη φορά ήταν ένας Bayou Morning παλαιωμένος για περίπου 3 χρόνια. Σκατά. 

Μια μικρή αποκάλυψη ήταν ο Virginia Squire του Patton (η συνταγή δική του, αλλά ο blender είναι ο Rich). Φρέσκος ήταν αδιάφορος και το άρωμά του απωθητικό (με μία ξεθυμασμένη ξιδίλα). Έναν χρόνο και κάτι μετά, η χορταρίλα της VA είναι εκεί. Μαλάκωσε και γλύκανε, ενώ το χοντρό του κόψιμο είναι ότι πρέπει για κάπνισμα μέσης διαρκείας. Το πρώτο μπωλάκι ήταν πριν λίγο σε μία Stanwell brass band 190. Η δεύτερη δοκιμή γίνεται τώρα σε μία Stanwell Nana2 με φίλτρο. Δεν είναι ο καλύτερος καπνός του κόσμου, αλλά είναι μεγάλη η διαφορά που επεφερε η παλαίωση. 

Αγόρασα τη δεύτερη "artisan pipe" της συλλογής μου. Θα μπορούσαμε να συζητάμε με τις ώρες για ταξινομήσεις πιπών και τον ορισμό του artisan pipemaker. Αλλά δεν είναι της παρούσης. Με βάση τα προσωπικά μου κριτήρια, το P του Peter Heeschen ήταν η πρώτη artisan pipe. Το blowfish του Chris Asteriou είναι η δεύτερη. 

Άνοιξα -επιτέλους- την τρίτη ποιητική συλλογή του Δ. Μουζάκη, "Αυτάρεσκη Σιωπή". Και όπως ακριβώς μου συνέβη και στην προηγούμενη, τον "Υδροβάτη", κόλλησα στο πρώτο κείμενο. Λέγεται "Ο Τοίχος" και τα σπάει. Τόνοι συγκίνησης και ανατριχίλας.

Είναι Αύγουστος και δεν μπορώ να δουλέψω με τίποτα.

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Δύο ανεξάρτητες παρατηρήσεις

Σπασμένα φιδίσια αυγά και ομελέτες με τυρί. Αυτή είναι η εναρκτήρια εικόνα (ή σκέψη για να μπούμε στο μάτι των αδαών που μιλάνε για τη γλώσσα ωσάν να μιλάνε για τον μεγάλιθο - εθελοντές κομπάρσοι πίθηκοι που ουδεμία σχέση έχουν με τους συμπαθείς και ευφυέστατους χιμπατζήδες). Είναι πολύ ενδιαφέρον το πόσο εύκολα μεταδίδεται ένα τηλεοπτικό-δημοσιογραφικό μιμίδιο. Επί της ουσίας, κύριοι, διότι η λογοτεχνία δεν σας πάει και οι καιροί των ποιητών έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Τα υπόλοιπα είναι απλώς μεγάλα λόγια. Και οι επαναστάτες ουδέποτε τσίριζαν. Ούτε γαμούσαν πτώματα ποτέ. 

Η δεύτερη σκέψη έχει να κάνει με ένα ατυχές περιστατικό που κάπου πρέπει να το πω και τώρα βαριέμαι να σκάψω λάκκο - άσε που δεν ξέρω ποιος στο τέλος αποκτά αυτιά γκαγκάρου. Αναρτήθηκε μία αγγελία στο smokersforums (το γνωστό διαδικτυακό forum) και ως καλόπιστος έστειλα τα χρήματα μέσω paypal στον πωλητή ως αντίτιμο για αντικείμενα σχετικά με την καπνοσύριγγα. Πέρασαν αρκετές μέρες, μέχρις ότου να ξανακάνω login. Κανένα πακέτο, κανένα email, κανένα προσωπικό μήνυμα. Και όταν ξαναμπήκα στο forum, ο λογαριασμός του χρήστη ήταν πλέον νεκρωμένος - φαντάζομαι από κάποιον διαχειριστή. Ξαναέστειλα μήνυμα στον πωλητή. Τίποτα. Οπότε κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκείνος, το όνομα του οποίου (τουλάχιστον στη διαδικτυακή κοινότητα) είναι Kyle Black, μου έφαγε τα λεφτά. Συγκεκριμένα, $130, τα οποία με την τότε ισοτιμία ήταν €100 και κάτι ψιλά. 

Ok, κάτι έχω διαβάσει για την εξαπάτηση σε συνάρτηση με την ανθρώπινη φύση, κυρίως σε εγχειρίδια και εκλαϊκευμένα βιβλία (πώς μου τη σπάει ο όρος "εκλαϊκευμένα"!) του ευρύτερου πεδίου της εξελικτικής βιολογίας. Το πρώτο συμπέρασμα είναι το προφανές: είμαι ο μαλάκας που την πάτησε. Αλλά υπάρχει και δεύτερη ανάγνωση και παρακαλώ πολύ τον Constantin να κατεβάσει την καρέκλα από τον τοίχο, από τη στιγμή που στο σπίτι αυτό δεν κατοικούν φρενοβλαβείς ή καννίβαλοι. Σε αυτήν τη δεύτερη ανάγνωση, λοιπόν, αναρωτιέμαι: πόσο αξίζει η αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου; Διότι αν η τιμή δεν ξεπερνά τα $130, τότε κάτι δεν πάει καλά. Ξεφτίλα.  

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

Προσωπικές σημειώσεις για τους all-day καπνούς

Υπάρχουν καπνοί που μου αρέσουν πολύ, καπνοί που μου αρέσουν λίγο και καπνοί που δεν μου αρέσουν καθόλου. Δεδομένης της μεγάλης ποικιλίας, μένω σχεδόν αποκλειστικά στους καπνούς που μου αρέσουν πολύ (εκτός κάποιων εξαιρέσεων, όπου δίνω μία ακόμα ευκαιρία στον καπνό διότι υποψιάζομαι ότι εγώ φταίω που δεν μου αρέσει πολύ - κάτι που έχει να κάνει με τον τρόπο και το μέσο καπνίσματος και προσωπικές διαστροφές). Μιλάμε λοιπόν, μόνο για τους καπνούς που μου αρέσουν πολύ. 

Και εδώ συμβαίνει κάτι περίεργο. Υπάρχουν καπνοί που ενώ τους βρίσκω πολύ νόστιμους, δεν τους αναζητώ τόσο συχνά. Θέλω πχ να έχω πάντα εύκαιρο τον SG 1792 flake, τον Dorisco ή τον Royal Yacht, αλλά τους καπνίζω 2 φορές τον μήνα. Αντίθετα, κάποια vapers όπως ο PS Bulls eye, o Escudo και ο Davidoff flake medallions ή VAs όπως ο Dunhill flake, o FVF και ο BBF είναι all-day καπνοί για μένα. Tο να σου αρέσει, λοιπόν, ένα συγκεκριμένο μίγμα πολύ, δεν σημαίνει ότι μπορείς να το καταναλώνεις σε μεγάλες ποσότητες. Οπότε διακρίνω δύο παράγοντες: απόλαυση και ιδιότητα all-day. Και αυτοί νομίζω δεν επικαλύπτονται, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό. Εν ολίγοις, τους μη all-day καπνούς δεν τους καπνίζω λιγότερο συχνά επειδή τους απολαμβάνω λιγότερο. Αυτό συμβαίνει διότι απλά δεν είναι για όλες τις ώρες. 

Από εκεί και πέρα, ένας καπνός για να γίνει δικός μου all-day οφείλει να έχει και κάποια χαρακτηριστικά. Πχ μάλλον πρέπει να έχει βάση τη VA, ίσως με λίγο περίκ-κικ μέσα. Να μην είναι αρωματικός και να περιέχει ελάχιστη έως καθόλου latakia ή burley και να μην έχει orientals. Επίσης να έχει μέτρια νικοτίνη. Τέτοιους καπνούς μπορώ να καπνίσω σε όλες τις φάσεις της ημέρας. Αλλά πέραν αυτών, πρέπει να έχει κι άλλο ένα χαρακτηριστικό. Να μην τον βαριέσαι εύκολα. Αλλιώς τι σόι all-day είναι; Τελευταία, εφάρμοσα μία απλή μέθοδο για να κρίνω αν κάποιος καινούριος (για μένα) καπνός θα γίνει all-day ή όχι: Αν τα 2-3 πρώτα bowls με προϊδεάσουν για υποψήφιο all-day, τον καπνίζω συνέχεια για 1-2 εβδομάδες. Και βλέπω σε ποιο σήμείο με κουράζει, δηλαδή πόσο σύντομα αρχίζω να τον βαριέμαι. Αν αυτό συμβεί κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών, αυτό μου δείχνει ότι μπορεί να ενθουσιάστηκα με τον καπνό στην αρχή, αλλά δεν μας κάνει για μακροχρόνια σχέ-σουί.

Οπότε ξεκαθαρίζω σταδιακά στο κεφάλι μου τι σημαίνει μου αρέσει ο καπνός και πώς αυτό το φαινόμενο μπορεί να έχει υποκατηγορίες. Επίσης, μαθαίνω τη διάκριση μεταξύ των all-day καπνών και των καπνών "ειδικών περιστάσεων" και νομίζω ότι αυτή η διάκριση δεν καθορίζεται από το μέγεθος της γευστικής απόλαυσης. Τέλος, είμαι πιο προσεκτικός πλέον όταν ένας καπνός μιλάει για δεσμεύσεις στο πρώτο bowl. Υπομονή, έχουμε χρόνο να το κουβεντιάσουμε.    

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Το καινούριο rack του μπατίρη τρωγλοδύτη

Τι κάνει κανείς όταν έχει πρόβλημα χώρου και χρήματος? Σπάει το κεφάλι του να βρει λύσεις. Το πρόβλημα ήταν ότι οι πίπες είχαν γίνει πολλές και πολλές από αυτές ήταν πλέον άστεγες, πεταμένες στα ράφια της βιβλιοθήκης. Δεύτερον, μου είχε κάτσει να συγκεντώσω όλες τις δανέζικες πίπες μου σε ένα rack. Τρίτον, δεν είχα λεφτά ούτε για ζήτω. Οπότε, τα έτοιμα racks ήταν απλησίαστα και το να αγοράσω υλικά και εργαλεία για να φτιάξω μόνος μου ένα καθώς πρέπει rack ήταν αδύνατον. Οπότε, κατέφυγα στη γνωστή λύση του ξύλου balsa, που είχα χρησιμοποιήσει στο παρελθόν για να φτιάξω τα προηγούμενα racks μου. Αυτή τη φορά ό σχεδιασμός ήταν λίγο διαφορετικός με την έννοια ότι οι πίπες θα ήταν σε χαλαρή στάση ξαπλώστρας, ώστε να χωρά στο ύψος του ραφιού της βιβλιοθήκης. Διότι ο τελικός στόχος ήταν να φτιάξω κάτι που θα φιλοξενεί 50 πίπες, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της δανέζικης συλλογής (όχι ότι μαζεύω και πολλές από άλλες χώρες, βέβαια). Εν τέλει, χρησιμοποίησα ξύλα balsa για μακέτες, ένα σφυρί, μικρές πρόκες, κόλλα, ένα νυστεράκι για να κόψω το ξύλο και ένα καπάκι κονσέρβας καπνού το οποίο τρόχισα λίγο για να κάνω τις θέσεις των επιστομίων. Το συνολικό κόστος δεν ξεπέρασε τα 30 ευρώ και μπορώ πλέον να έχω σχεδόν όλες τις δανέζικες πίπες μου σε ένα μέρος. 





Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Δοκιμάζοντας μετά από καιρό

Το να είσαι μακριά από τον χωρο σου για αρκετό καιρό έχει και κάποια πλεονεκτήματα, ειδικά στην περίπτωση που καπνίζεις πίπα. Αυτό είναι μία ακόμα ηλίθια δικαιολογία για να χωνέψεις ότι σπατάλησες 9 μήνες από τη ζωή σου κάνοντας τον ψευτοεπιστήμονα σε ένα πλαίσιο GTP. Αλλά πάμε παρακάτω, καθώς η γκρίνια χάνει πολλά από τη ζωντάνια της όταν δεν είναι live. Λοιπόν, επέστρεψα στο αγαπημένο μου γραφείο. Και με περίμεναν πολλά tins που δεν είχα την ευκαιρία να καταναλώσω τον τελευταίο χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου το τσιγάρο μου έκλεψε αρκετές ημέρες ζωής. Και αφού έπαψα να καταριέμαι την τύχη μου, συνειδητοποίησα ότι μια καλή ιδέα για το PTSD θα είναι οι δοκιμές. 

Προς το παρόν, έχω δοκιμάσει 3. Πρώτα άνοιξα τον GL Pease Jacknife Plug για τον οποίο είχε προκληθεί μία μικρή υστερία όταν πρωτοβγήκε. Δεν ξέρω πώς είναι φρέσκος, αλλά με παλαίωση ενός έτους, δεν με συνεπήρε. Οπότε άκυρη η υστερία στα δικά μου κατάστιχα. Είναι ενδιαφέρων καπνός, αλλά μέχρι εκεί. Ο δεύτερος ήταν ο Dorisco. Εδώ τα πράγματα διαφέρουν. Πολύ έντονη η λατακία με το που τον άνοιξα, αλλά αυτό το στοιχείο στο κάπνισμα δεν κυριαρχεί. Σε τσιμπάει αρκετά το πέρικ. Και είναι από τους λίγους καπνούς που μου δίνει την αίσθηση του "σύνθετου" χαρμανιού (αυτή την πολυπλοκότητα που διαβάζω για άπειρους καπνούς συνήθως την ψάχνω και δεν τη βρίσκω, οπότε είτε είμαι ανάπηρος ή κάποιοι καπνιστές είναι φαντασιόπληκτοι). Και ο τρίτος είναι ο Bayou Morning, ο οποίος μου είχε επιτεθεί άσχημα στο παρελθόν κι έτσι τον άφησα σε βαζάκι να ηρεμήσει για περίπου 2 χρόνια. Απόψε, λοιπόν, έβγαλα από το rack μια παλιά churchwarden Stanwell (ένα συμπαθέστατο acorn, 48L) για να δω πώς επέδρασε ο χρόνος πάνω του. Εν τέλει, τον γλύκανε και τον κατέστησε καπνίσιμο (αλλά σε καμία περίπτωση ευκολοκάπνιστο). 

Το ζήτημα δεν είναι η καπνοκριτική σε καμία περίπτωση. Αν και διαβάζω συχνά-πυκνά τα μεγάλα sites με κριτικές όπως το tobaccoreviews, σε γενικές γραμμές δεν μου κάθονται καλά τέτοιοι γενικοί μπούσουλες σε ένα τόσο πολυπαραγοντικό σύστημα όπως η γεύση του καπνού (η διακύμανση στις κριτικές εξαρτάται από τόσα πολλά πράγματα, όπως πχ η διαθεσιμότητα, το γενικότερο ρεύμα, ατομικές διαφορές στην αίσθηση της γεύσης, ευρύτερη καπνιστική παιδεία κλπ). Το ζήτημα είναι ότι βρήκα την ευκαιρία να φλυαρήσω λίγο για προσωπικά καπνιστικά δρώμενα. Σαν το παιδί που ξαναβρίσκει τα παλιά του παιχνίδια. 

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Βότσαρη και Παντοκράτορος

Θυμάμαι το Back to the Future. Αλλά δεν θυμάμαι σε ποιο από τα τρία μέρη ήταν η συγκεκριμένη ιστορία. Ο Μάρτι ΜακΦλάι επέστρεψε σε ένα εναλλακτικό παρόν όπου όλα είχαν πάει κατά διαόλου. Κάπως έτσι είναι τα πράγματα μετά από ένα μάλλον σουρεάλ διάλειμμα: Θήβα, Διδυμότειχο, Λαγός,  ξανά Διδυμότειχο, Καναδάς και λίγο πριν την τελική επιστροφή, Αυλώνας. Κάπου εκεί μέσα παρεμβάλλεται μία μεγάλη βόλτα στον Βόρειο Έβρο. Ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά κυρίως ενοχλητικά. Όχι βέβαια ότι τρέχει και τίποτα. Τα αναμενόμενα με μερικές δυσάρεστες εκπλήξεις για να είμαστε στην τσίτα. Η επιστροφή έχει περισσότερη ουσία. Αυτές τις μέρες μίλησα με κάποιους παλιούς φίλους. Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα, αλλά αυτή τη φορά με μια προσθήκη πικρίας. Δεν μπόρεσε κανείς να αντισταθεί στον χρόνο. Μικρές προσωπικές ιστορίες που συσσωρεύονται στην πλάτη του καθενός. Θα έλεγε κανείς ότι έλαβαν χώρα αλλαγές ή έστω -αν ήθελε να είναι ευγενής- ωρίμανση χαρακτήρος. Αλλά  είναι φορές που σκέφτομαι ότι θα ήμασταν καλύτερα χωρίς την ενηλικίωση και τα συναφή. Υπάρχει και μια πίσω πόρτα που προσφέρει διέξοδο. Όμως στην παρούσα φάση είναι σαν να μας φυγαδεύει κάποιος. Εν τέλει το βλέπω ότι προς τα κει πάει το πράγμα. Και θα κρατήσω τις παλιές ιστορίες και μερικά τραγούδια να θυμάμαι. 

Όπως και να'χει, προς το παρόν μένουμε στο σημείο επιστροφής και για τα κατοπινά βλέπουμε. 

Αφιερωμένο στους φίλους που' χουνε σκορπίσει.